
Για εκατομμύρια εργαζομένους, η εργασία δεν έχει πάντα την ίδια μορφή. Μπορεί μια εβδομάδα να δουλεύουν λίγες ώρες και την επόμενη να εργάζονται πολύ περισσότερο. Αυτές οι συνεχείς μεταβολές δεν είναι απλώς μια ενόχληση στον προγραμματισμό της καθημερινότητας.
Νέα αμερικανική μελέτη δείχνει ότι η μεγάλη αστάθεια στις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα επιδείνωσης της υγείας τον επόμενο χρόνο. Ενδιαφέρον έχει όμως ότι η σχέση αυτή δεν εμφανίζεται με τον ίδιο τρόπο στους άνδρες και στις γυναίκες.
Τι σημαίνει «αστάθεια στις ώρες εργασίας»;
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τον όρο work-hour volatility για να περιγράψουν το πόσο αλλάζουν οι συνήθεις εβδομαδιαίες ώρες εργασίας από μήνα σε μήνα.
Ένας εργαζόμενος που δουλεύει σταθερά περίπου 40 ώρες την εβδομάδα έχει πολύ χαμηλή μεταβλητότητα. Αντίθετα, κάποιος που μπορεί τη μία περίοδο να εργάζεται 20 ώρες και την άλλη 60 έχει πολύ μεγαλύτερη αστάθεια.
Η συγκεκριμένη μέτρηση δείχνει πόσο μεταβάλλεται ο χρόνος εργασίας, όχι απαραίτητα γιατί συμβαίνει αυτό ή αν ο εργαζόμενος γνωρίζει εγκαίρως το πρόγραμμά του.
Τι έδειξε η μεγάλη μελέτη για το ωράριο στην εργασία
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο SSM: Population Health, βασίστηκε σε στοιχεία της αμερικανικής Current Population Survey.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν περισσότερους από 55.000 ενήλικες ηλικίας 18 έως 64 ετών, χρησιμοποιώντας δεδομένα από την περίοδο 2016–2024. Έτσι συμπεριλήφθηκαν χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την πανδημία COVID-19.
Το βασικό ερώτημα ήταν απλό:
Συνδέεται ένα ασταθές ωράριο εργασίας με αλλαγές στην υγεία τον επόμενο χρόνο;
Η απάντηση φαίνεται να είναι «ναι», αλλά η εικόνα διαφέρει σημαντικά ανάμεσα στα δύο φύλα.
Στους άνδρες η επιδείνωση της υγείας ήταν πιο εμφανής
Για τους άνδρες που παρέμεναν εργαζόμενοι, όσο αυξανόταν η μεταβλητότητα των ωρών εργασίας τόσο αυξανόταν και η πιθανότητα να αναφέρουν χειρότερη γενική κατάσταση υγείας την επόμενη χρονιά.
Στα πιο σταθερά ωράρια, η πιθανότητα επιδείνωσης της υγείας ήταν περίπου 28%. Στα πιο ασταθή ωράρια έφτανε περίπου στο 38%.
Με άλλα λόγια, στους άνδρες η σύνδεση εμφανιζόταν κυρίως ως επιδείνωση της υγείας ενώ εξακολουθούσαν να εργάζονται.
Στις γυναίκες η εικόνα ήταν διαφορετική
Αρχικά, οι ερευνητές δεν διαπίστωσαν σαφή σχέση ανάμεσα στην αστάθεια των ωρών και την επιδείνωση της υγείας στις γυναίκες που παρέμεναν συνεχώς στην εργασία.
Αυτό όμως δεν σήμαινε απαραίτητα ότι η αστάθεια δεν τις επηρέαζε.
Υπήρχε ένα σημαντικό πρόβλημα: τι γίνεται με μια εργαζόμενη όταν η υγεία της επιδεινώνεται τόσο ώστε να μειώσει τις ώρες της, να απουσιάσει από τη δουλειά ή να εγκαταλείψει την εργασία;
Αν μια έρευνα εξετάζει μόνο όσους εξακολουθούν να εργάζονται, αυτές οι γυναίκες μπορεί να «εξαφανιστούν» από το δείγμα ακριβώς επειδή αντιμετωπίζουν τις σοβαρότερες συνέπειες.
Όταν οι ερευνητές κοίταξαν και όσους εγκατέλειψαν την εργασία
Για να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα, οι ερευνητές δημιούργησαν μια επιπλέον κατηγορία: περιορισμό της εργασίας για λόγους υγείας.
Σε αυτήν περιλαμβάνονταν άτομα που, κατά το δεύτερο έτος:
- εργάζονταν με μειωμένο ωράριο για λόγους υγείας,
- απουσίαζαν από την εργασία εξαιτίας ασθένειας ή τραυματισμού,
- ή βρίσκονταν εκτός εργατικού δυναμικού λόγω ασθένειας ή αναπηρίας.
Τότε η εικόνα για τις γυναίκες άλλαξε σημαντικά.
Για ένα παράδειγμα έντονα ασταθούς προγράμματος —όπως εναλλαγή μεταξύ εβδομάδων με μερική απασχόληση και εβδομάδων 60 ωρών— η πιθανότητα να εμφανιστεί ένας τέτοιος περιορισμός εργασίας για λόγους υγείας αυξανόταν από περίπου 2,5% σε 5,2%, σε σύγκριση με ένα σταθερό πρόγραμμα 40 ωρών.
Έτσι, η μελέτη υποδεικνύει ότι η επίδραση μπορεί να υπάρχει και στις γυναίκες, αλλά να εκδηλώνεται διαφορετικά: όχι μόνο ως χειρότερη υγεία ενώ συνεχίζουν να εργάζονται, αλλά και ως μείωση ή διακοπή της εργασίας για λόγους υγείας.
Ο συνδυασμός πολλών ωρών και ασταθούς προγράμματος φαίνεται ιδιαίτερα επιβαρυντικός
Η αστάθεια δεν είχε την ίδια σχέση με την υγεία σε όλους τους εργαζομένους.
Οι συσχετίσεις ήταν ισχυρότερες όταν η μεγάλη μεταβλητότητα των ωρών συνδυαζόταν με περισσότερες ώρες εργασίας συνολικά.
Αυτό έχει σημασία, γιατί δύο εργαζόμενοι μπορεί να έχουν εξίσου ασταθές πρόγραμμα, αλλά ο ένας να κινείται μεταξύ σχετικά λίγων ωρών και ο άλλος μεταξύ μεγάλων εβδομαδιαίων φορτίων.
Η μελέτη επομένως στρέφει την προσοχή όχι μόνο στο πόσο δουλεύουμε, αλλά και στο πόσο προβλέψιμα δουλεύουμε.
Γιατί μπορεί να έχει σημασία η προβλεψιμότητα;
Ένα ασταθές πρόγραμμα μπορεί να δυσκολεύει τον προγραμματισμό της ζωής: ύπνος, οικογενειακές υποχρεώσεις, φροντίδα παιδιών ή ηλικιωμένων, άσκηση, κοινωνική ζωή και ιατρικά ραντεβού μπορεί να χρειάζεται συνεχώς να προσαρμόζονται.
Όταν οι πολλές ώρες εργασίας συνδυάζονται με μεγάλες μεταβολές από εβδομάδα σε εβδομάδα, η συνολική επιβάρυνση μπορεί να γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη μελέτη δεν αποδεικνύει ότι το ασταθές ωράριο προκαλεί άμεσα την επιδείνωση της υγείας. Πρόκειται για παρατηρησιακή έρευνα και υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που μπορεί να παίζουν ρόλο.



