
Εξάψεις, διαταραχές ύπνου, κόπωση, πονοκέφαλοι και δυσκολία συγκέντρωσης είναι μερικά μόνο από τα συμπτώματα που μπορεί να εμφανιστούν κατά τη μετάβαση στην εμμηνόπαυση. Η ένταση και η συχνότητά τους διαφέρουν σημαντικά από γυναίκα σε γυναίκα, ενώ ορισμένα από αυτά μπορεί να συνδέονται και με άλλες παθήσεις. Τώρα, νέα μελέτη υποστηρίζει ότι ο διαβήτης τύπου 2 και ο προδιαβήτης ενδέχεται να αποτελούν μέρος αυτής της σύνθετης εικόνας.
Συγκεκριμένα, οι γυναίκες με αυξημένα επίπεδα σακχάρου στο αίμα ανέφεραν περισσότερα και συνολικά εντονότερα συμπτώματα από εκείνες με φυσιολογικές τιμές. Στη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Menopause, συμμετείχαν 296 γυναίκες ηλικίας 40 έως 64 ετών από τη Νότια Κορέα. Οι συμμετέχουσες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες με βάση τη γλυκόζη νηστείας και τα επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c, μιας εξέτασης που αποτυπώνει τη μέση τιμή του σακχάρου κατά τους προηγούμενους μήνες).
Τι εξέτασε η μελέτη
Στην πρώτη εντάχθηκαν 220 γυναίκες με διαβήτη τύπου 2 ή προδιαβήτη και στη δεύτερη 76 γυναίκες με φυσιολογικές τιμές σακχάρου. Σχεδόν επτά στις δέκα συμμετέχουσες βρίσκονταν ήδη στη μετεμμηνόπαυση. Οι γυναίκες συμπλήρωσαν αναλυτικό ερωτηματολόγιο σχετικά με τα συμπτώματα που αντιμετώπιζαν και βαθμολόγησαν την έντασή τους από το μηδέν έως το τέσσερα.
Οι ερωτήσεις αφορούσαν σωματικά συμπτώματα, όπως οι εξάψεις και οι νυχτερινές εφιδρώσεις, συμπτώματα που σχετίζονται με το στρες, όπως η αϋπνία και οι πονοκέφαλοι, καθώς και συναισθηματικές ή γνωστικές αλλαγές, όπως το άγχος, η ευερεθιστότητα και η δυσκολία συγκέντρωσης. Από την έρευνα αποκλείστηκαν, μεταξύ άλλων, γυναίκες που λάμβαναν ορμονική θεραπεία, είχαν αρρύθμιστο σάκχαρο ή επιπλοκές του διαβήτη, διαγνωσμένη κατάθλιψη ή διαταραχές ύπνου.
Περισσότερα και εντονότερα συμπτώματα
Οι γυναίκες με διαβήτη ή προδιαβήτη ανέφεραν κατά μέσο όρο περίπου 20 συμπτώματα, έναντι 16 στην ομάδα με φυσιολογικό σάκχαρο. Διαφορά καταγράφηκε και στη συνολική έντασή τους, καθώς η μέση βαθμολογία ήταν 36,5 στην πρώτη ομάδα και 26,1 στη δεύτερη.
Οι μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις αφορούσαν κυρίως τη σωματική επιβάρυνση και συμπτώματα που σχετίζονται με το στρες. Οι γυναίκες με διαταραγμένες τιμές σακχάρου ανέφεραν συχνότερα έντονους πονοκεφάλους, ζάλη, κόπωση και δυσκολία να αποκοιμηθούν ή να διατηρήσουν τον ύπνο τους. Ωστόσο, η ένταση αυτών των επιμέρους συμπτωμάτων δεν ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από εκείνη που ανέφεραν οι γυναίκες της ομάδας ελέγχου.
Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκαν ουσιαστικές διαφορές στον αριθμό ή στην ένταση των συναισθηματικών και γνωστικών συμπτωμάτων. Το άγχος, η ευερεθιστότητα, η καταθλιπτική διάθεση και η δυσκολία συγκέντρωσης αναφέρθηκαν σε παρόμοια επίπεδα και από τις δύο ομάδες.
Η διαφορά ήταν μεγαλύτερη μετά την εμμηνόπαυση
Η συσχέτιση φάνηκε εντονότερη στις γυναίκες που βρίσκονταν στη μετεμμηνόπαυση, δηλαδή δεν είχαν έμμηνο ρύση για τουλάχιστον έναν χρόνο.
Σε αυτή την υποομάδα, οι γυναίκες με διαβήτη ή προδιαβήτη ανέφεραν κατά μέσο όρο περίπου 19 συμπτώματα, έναντι 14 στις γυναίκες με φυσιολογικό σάκχαρο. Η μέση βαθμολογία έντασης ήταν επίσης υψηλότερη, περίπου 34 έναντι 22. Στις γυναίκες που βρίσκονταν πριν ή κατά τη μετάβαση στην εμμηνόπαυση, οι διαφορές δεν έφτασαν σε επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας.
Τα ευρήματα είναι ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς όπως αναφέρουν οι ερευνητές αρκετά συμπτώματα μπορεί να επικαλύπτονται. Η κόπωση, ο κακός ύπνος, οι ουρολογικές ενοχλήσεις και οι αλλαγές στη σεξουαλική υγεία δεν έχουν πάντοτε μία μοναδική αιτία. Όταν η εμμηνόπαυση συνυπάρχει με μια μεταβολική διαταραχή, μπορεί να είναι δυσκολότερο να προσδιοριστεί τι συμβάλλει περισσότερο σε κάθε ενόχληση.
Ωστόσο, η μελέτη κατέγραψε τα επίπεδα σακχάρου και τα συμπτώματα σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Επομένως, δεν μπορεί να δείξει εάν ο διαβήτης οδήγησε σε εντονότερα συμπτώματα, εάν οι αλλαγές της εμμηνόπαυσης επηρέασαν τα επίπεδα του σακχάρου ή εάν άλλοι παράγοντες επηρέασαν και τα δύο. Το σχετικά μικρό δείγμα, το γεγονός ότι όλες οι συμμετέχουσες προέρχονταν από τη Νότια Κορέα και το σχετικά χαμηλό σωματικό βάρος των συμμετεχουσών περιορίζουν επίσης τη δυνατότητα γενίκευσης των αποτελεσμάτων.



