
Ο καρκίνος του στόματος αποτελεί μία από τις συχνότερες μορφές καρκίνου, ωστόσο η πρόληψή του συχνά παραμελείται. Μπορεί να εμφανιστεί σε σημεία της στοματικής κοιλότητας που χρησιμοποιούμε καθημερινά, όπως τα χείλη, τα ούλα, η γλώσσα και το εσωτερικό των παρειών, γεγονός που καθιστά την έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων καθοριστικής σημασίας.
Πολλές από τις αλλοιώσεις στη στοματική κοιλότητα όμως, δεν είναι καρκινικές. Ένα επίμονο έλκος, μια λευκή ή ερυθρή πλάκα ή ένας ερεθισμός που δεν υποχωρεί μπορεί να είναι απολύτως καλοήθης, μπορεί όμως και να απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση. Επί του παρόντος, η διάγνωση συχνά απαιτεί βιοψία ιστού, μια διαδικασία που μπορεί να είναι δυσάρεστη, ειδικά σε μια τόσο ευαίσθητη περιοχή. Ωστόσο, οι επιστημονικές εξελίξεις αλλάζουν ριζικά το τοπίο.
Νέα μελέτη από ερευνητές στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ινδία φέρνει στο προσκήνιο μια πιθανή πιο απλή λύση, ένα ανώδυνο επίχρισμα, που συλλέγεται με ειδικό μικρό βουρτσάκι από το στόμα και αναλύεται μοριακά. Το τεστ, γνωστό ως qMIDS, φαίνεται να να εντοπίζει τον καρκίνο του στόματος με συνολική ακρίβεια 95,5%, δίνοντας αποτέλεσμα μέσα σε λιγότερο από μία ώρα.
Καρκίνος του στόματος VS τεστ qMIDS
Η διαδικασία είναι απλή για τον ασθενή, ενώ στο εργαστήριο ακολουθείται μια πιο εξειδικευμένη ανάλυση. Ο γιατρός ή ο ειδικός συλλέγει επιφανειακά κύτταρα από την ύποπτη βλάβη με ένα μικρό βουρτσάκι χωρίς νυστέρι. Παράλληλα, λαμβάνεται δείγμα και από υγιές σημείο του στόματος, ώστε να υπάρχει σύγκριση. Στη συνέχεια, το δείγμα εξετάζεται για να διαπιστωθεί αν ανιχνεύονται σήματα γονιδίων που σχετίζονται με τον καρκίνο του στόματος.
Στη νέα μελέτη, οι ερευνητές εστίασαν σε τέσσερα γονίδια και χρησιμοποίησαν έναν αλγόριθμο που υπολογίζει έναν δείκτη κακοήθειας.
Τι έδειξε η μελέτη
Οι ερευνητές εξέτασαν 545 ασθενείς με βλάβες στο στόμα που θα μπορούσαν να χρειάζονται διερεύνηση. Συνολικά αναλύθηκαν 1.090 δείγματα, καθώς κάθε ασθενής έδωσε δείγμα τόσο από την ύποπτη περιοχή όσο και από αντίστοιχη μη πάσχουσα περιοχή.
Το τεστ κατάφερε να διακρίνει τον καρκίνο του στόματος από καλοήθεις ή φλεγμονώδεις αλλοιώσεις με υψηλή ακρίβεια. Συγκεκριμένα, η συνολική ακρίβεια ήταν 95,5%, ενώ τα ποσοστά ψευδώς θετικών και ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων ήταν κάτω από 5%.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, όπως εξηγούν οι ερευνητές, καθώς ένα τέτοιο τεστ θα μπορούσε στο μέλλον να βοηθήσει τους γιατρούς να διακρίνουν πιο γρήγορα ποιοι ασθενείς χρειάζονται άμεση βιοψία και ποιοι μπορούν να παρακολουθούνται με ασφάλεια, χωρίς περιττές επεμβατικές διαδικασίες.
Γιατί έχει σημασία η έγκαιρη διάγνωση
Η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του στόματος είναι ζωτικής σημασίας, καθώς μπορεί να αυξήσει θεαματικά τα ποσοστά επιβίωσης. Όσο νωρίτερα εντοπιστεί μια κακοήθεια, τόσο περισσότερες είναι συνήθως οι θεραπευτικές επιλογές και τόσο καλύτερη μπορεί να είναι η έκβαση.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο καρκίνος των χειλιών και της στοματικής κοιλότητας δεν είναι αμελητέος. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Global Cancer Observatory του IARC και του ΠΟΥ, το 2022 καταγράφηκαν σχεδόν 390.000 νέα περιστατικά και περίπου 188.000 θάνατοι παγκοσμίως.
Οι βασικοί παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν το κάπνισμα, τη χρήση καπνού σε άλλες μορφές, την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, καθώς και ορισμένες λοιμώξεις από HPV, κυρίως για καρκίνους της στοματοφαρυγγικής περιοχής.



