
Στα 20 μπορεί να πίνουμε ένα ποτηράκι παραπάνω όταν διασκεδάζουμε, στα 30 να αρχίσουμε να βλέπουμε τη ζυγαριά να ανεβαίνει και όσο περνούν τα χρόνια, οι συνήθειες και το σώμα μας να αλλάζουν ξανά. Αυτές οι μεταβολές δεν έχουν σημασία μόνο για τη φυσική μας κατάσταση. Ο καρκίνος του μαστού είναι ένας ακόμη λόγος να τις παρακολουθούμε, καθώς μπορεί να αποτελούν πολύτιμες πληροφορίες για την πρόληψη, υποστηρίζουν επιστήμονες που μελέτησαν πώς εξελίσσονται σημαντικοί τροποποιήσιμοι παράγοντες κινδύνου στη διάρκεια της ζωής μιας γυναίκας.
Η νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Scientific Reports, βασίστηκε σε δεδομένα για περισσότερες από 113.700 γυναίκες στο Ηνωμένο Βασίλειο, ηλικίας 16 έως 102 ετών κατά την ένταξή τους στη μελέτη. Οι ερευνητές εξέτασαν την πορεία τεσσάρων παραγόντων: της κατανάλωσης αλκοόλ, του καπνίσματος, της σωματικής δραστηριότητας και του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ).
Τι αλλάζει όσο μεγαλώνουμε;
Οι τέσσερις παράγοντες δεν ακολουθούσαν την ίδια πορεία. Η κατανάλωση αλκοόλ, το κάπνισμα και η σωματική δραστηριότητα έφταναν στα υψηλότερα επίπεδά τους προς το τέλος της εφηβείας, ενώ ο ΔΜΣ αυξανόταν σταδιακά με την ηλικία και κορυφωνόταν προς το τέλος της δεκαετίας των 60.
Παράλληλα, φάνηκαν διαφορές ανάμεσα στις γενιές. Οι νεότερες γυναίκες είχαν γενικά υψηλότερο ΔΜΣ στη διάρκεια της ζωής τους, ενώ έτειναν να πίνουν περισσότερο αλκοόλ και να καπνίζουν περισσότερο σε μικρότερη ηλικία σε σχέση με τις μεγαλύτερες.
Για τους ερευνητές, αυτά τα μοτίβα μπορούν να βοηθήσουν στον εντοπισμό των ηλικιών στις οποίες οι παρεμβάσεις πρόληψης θα μπορούσαν να είναι περισσότερο στοχευμένες.
Η εφηβεία και τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής, για παράδειγμα, μπορεί να αποτελούν μια σημαντική περίοδο για την ενθάρρυνση της άσκησης και την πρόληψη της απότομης αύξησης του βάρους. Αντίστοιχα, από τα 30 έως τα 50, η προσοχή μπορεί να στραφεί περισσότερο στη σταδιακή αύξηση του σωματικού βάρους και στην κατανάλωση αλκοόλ.
Αλκοόλ και καρκίνος του μαστού
Η σύνδεση μεταξύ αλκοόλ και καρκίνου δεν αποτελεί καινούργιο εύρημα της συγκεκριμένης μελέτης.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ότι δεν υπάρχει επίπεδο κατανάλωσης αλκοόλ που να θεωρείται ακίνδυνο σε σχέση με τον καρκίνο και ότι ακόμη και σχετικά μικρές ποσότητες αυξάνουν τον κίνδυνο ορισμένων μορφών της νόσου. Το αλκοόλ έχει ταξινομηθεί από τον Διεθνή Οργανισμό Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC) ως καρκινογόνο για τον άνθρωπο και συνδέεται αιτιωδώς με τουλάχιστον επτά τύπους καρκίνου, μεταξύ των οποίων και ο καρκίνος του μαστού στις γυναίκες.
Όταν το αλκοόλ μεταβολίζεται στον οργανισμό, παράγεται μεταξύ άλλων ακεταλδεΰδη, μια καρκινογόνος ουσία που μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο DNA. Επιπλέον, το αλκοόλ μπορεί να επηρεάσει τα επίπεδα των οιστρογόνων, ένας ακόμη πιθανός μηχανισμός μέσω του οποίου συνδέεται με τον καρκίνο του μαστού.
Και η ποσότητα έχει σημασία: όσο αυξάνεται η κατανάλωση τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος. Ωστόσο, ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος των περιστατικών καρκίνου του μαστού που αποδίδονται στο αλκοόλ εμφανίζεται ακόμη και σε σχετικά χαμηλά επίπεδα κατανάλωσης.
Γιατί έχει και το βάρος σημασία
Το αυξημένο σωματικό βάρος αποτελεί επίσης αναγνωρισμένο παράγοντα κινδύνου για τον καρκίνο του μαστού, με τη σχέση να έχει ιδιαίτερη σημασία μετά την εμμηνόπαυση. Ο ΠΟΥ περιλαμβάνει την παχυσαρκία στους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.
Ένας από τους μηχανισμούς που έχουν μελετηθεί αφορά τα οιστρογόνα. Ο λιπώδης ιστός συμμετέχει στην παραγωγή τους και μετά την εμμηνόπαυση αποκτά μεγαλύτερη σημασία ως πηγή οιστρογόνων. Τα υψηλότερα επίπεδα οιστρογόνων μπορούν με τη σειρά τους να συμβάλουν στην ανάπτυξη ορισμένων ορμονοεξαρτώμενων καρκίνων του μαστού.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι μία συγκεκριμένη συνήθεια ή μερικά επιπλέον κιλά «προκαλούν» από μόνα τους καρκίνο. Ο καρκίνος του μαστού είναι μια πολυπαραγοντική νόσος. Η ηλικία, το οικογενειακό ιστορικό, γενετικοί και αναπαραγωγικοί παράγοντες, το αλκοόλ, το κάπνισμα και το σωματικό βάρος είναι μερικοί μόνο από τους παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τον κίνδυνο.
Καρκίνος του μαστού: Η πρόληψη ίσως να μην είναι ίδια σε κάθε ηλικία
Αν οι συνήθειες και οι παράγοντες κινδύνου μεταβάλλονται σημαντικά καθώς μεγαλώνουμε, τότε ενδεχομένως και τα μηνύματα πρόληψης δεν χρειάζεται να είναι ίδια για μια γυναίκα 20, 35 και 60 ετών.
Η ενθάρρυνση της σωματικής δραστηριότητας νωρίς στη ζωή, η αποφυγή της σταδιακής αύξησης του βάρους και ο περιορισμός της κατανάλωσης αλκοόλ καθώς περνούν τα χρόνια αποτελούν τροποποιήσιμους παράγοντες στους οποίους μπορούμε να παρέμβουμε.
Και ειδικά για το αλκοόλ, τα δεδομένα είναι πλέον σαφή: όσο λιγότερο καταναλώνουμε τόσο χαμηλότερος είναι ο κίνδυνος που σχετίζεται με αυτό, ενώ για την πρόληψη του καρκίνου η μη κατανάλωση αποτελεί την ασφαλέστερη επιλογή.



