
Πέρα από την ευαισθητοποίηση του κοινού για το Αλτσχάιμερ, ο κύριος στόχος είναι η στήριξη τόσο των ασθενών όσο των συγγενών και των φροντιστών τους. Mε το μέσο όρο ζωής του ανθρώπου να αυξάνεται συνεχώς –τουλάχιστον στις δυτικές κοινωνίες–, αυξάνεται αντίστοιχα και ο αριθμός των ηλικιωμένων και, κατ’ επέκταση, των ατόμων που εμφανίζουν κάποιου είδους νοητική έκπτωση.
Για το τελευταίο όμως δεν ευθύνεται μόνο η γήρανση του πληθυσμού, καθώς και ο σύγχρονος καθιστικός, μοναχικός και ανθυγιεινός τρόπος ζωής συμβάλλει στην ανάπτυξη της άνοιας, της οποίας η συχνότερη αιτία είναι το Αλτσχάιμερ, μια πολυπαραγοντική νευροεκφυλιστική νόσος με αλλοιώσεις όπως η εκφύλιση και η ατροφία του εγκεφάλου κ.ά., που αφορά εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο.
Πού οφείλεται το Αλτσχάιμερ
Η νόσος Αλτσχάιμερ φαίνεται ότι είναι αποτέλεσμα τόσο γενετικών όσο και περιβαλλοντικών επιδράσεων. Οι επιστήμονες έχουν παρατηρήσει ότι άτομα μέσης ηλικίας με υπέρταση, κατάθλιψη, διαβήτη, υψηλή χοληστερίνη, που λαμβάνουν αντιχολινεργικά φάρμακα, καπνίζουν ή/και πίνουν αλκοόλ, διατρέχουν ενδεχομένως μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου μελλοντικά, στα 70 ή τα 80 τους χρόνια. Το πώς όμως ακριβώς προκαλείται το Αλτσχάιμερ είναι περίπλοκο θέμα και σίγουρα υπάρχουν παράγοντες που δεν είναι γνωστοί. Αν και επικρατεί η αντίληψη ότι η κληρονομικότητα παίζει πολύ σημαντικό ρόλο, αυτό δεν είναι ακριβές. Τα μεταλλαγμένα γονίδια που σχετίζονται άμεσα με τη συγκεκριμένη νόσο ευθύνονται μόνο για το 1%-3% των περιπτώσεων, με αυτό τον τύπο Αλτσχάιμερ, μάλιστα, να εκδηλώνεται σε μικρότερες ηλικίες (45-55 ετών). Οι υπόλοιπες 97%-99% περιπτώσεις θεωρούνται σποραδικές, συνήθως αφορούν άτομα άνω των 65-70 ετών και σε αυτές εμπλέκονται πολλοί παράγοντες, με τη συμβολή διαφορετικών γονιδίων (συνδυασμός 30-60 διαφορετικών), που διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, να παίζει πιο περιορισμένο ρόλο.
Τα συμπτώματα
Η επιστημονική έρευνα έχει κάνει πλέον γνωστό ότι ένα άτομο μπορεί να έχει Αλτσχάιμερ, δηλαδή να έχουν ξεκινήσει οι αλλοιώσεις του εγκεφάλου οι οποίες όμως γίνονται αντιληπτές μόνο με εργαστηριακές εξετάσεις, χωρίς να εμφανίζει νοητική έκπτωση ή άλλες ενδείξεις της νόσου. Το Αλτσχάιμερ γίνεται αντιληπτό με συμπτώματα που χωρίζονται ουσιαστικά σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη ανήκουν τα γνωσιακά συμπτώματα κατά τα οποία ο ασθενής μπερδεύεται, ξεχνάει, ρωτάει τα ίδια και τα ίδια, δεν βρίσκει λέξεις για να εκφραστεί, χάνει πράγματα, παρουσιάζει δυσκολίες στο να αναγνωρίσει ένα πρόσωπο (αγνωσία) ή σε καθημερινές και απλές ασχολίες όπως το να δέσει τα κορδόνια των παπουτσιών του ή να κουμπώσει τα κουμπιά του (απραξία). Η δεύτερη κατηγορία είναι τα λειτουργικά συμπτώματα και αφορά άτομα που δυσκολεύονται να επιτελέσουν καθημερινές λειτουργίες και να αυτοεξυπηρετηθούν, π.χ., να ψωνίσουν, να διαχειριστούν χρήματα, να οδηγήσουν, να ντυθούν, να κάνουν ντους, να πλύνουν τα δόντια τους κ.λπ. Τέλος, όταν ένας άνθρωπος παρουσιάζει απάθεια, δηλαδή έλλειψη ενδιαφέροντος, ευερεθιστότητα, άγχος, κατάθλιψη, ψευδαισθήσεις, παραλήρημα, επιθετικότητα και ανησυχία, τότε οι ειδικοί μιλούν για νευροψυχιατρικά συμπτώματα.
Αλτσχάιμερ και διάγνωση
Κατ’ αρχάς, ο γιατρός θα πάρει ένα πολύ καλό ιστορικό θέτοντας ερωτήσεις τόσο στον ασθενή όσο και στους συγγενείς του, μεταξύ άλλων, και για πιθανά συμπτώματα όπως αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω. Έπειτα, ο νευρολόγος θα προχωρήσει σε διάφορα τεστ ώστε να μετρηθεί η λειτουργικότητα της μνήμης, θα ζητήσει ειδικές εξετάσεις που αποκλείουν άλλες αιτίες (σπανιότερα η άνοια οφείλεται σε κάποια θεραπεύσιμη και αναστρέψιμη αιτία, όπως ο υποθυρεοειδισμός ή η αναιμία). Τέλος, ο γιατρός θα ελέγξει κάποιους βιοδείκτες που βοηθούν στον υπολογισμό της ενδεχόμενης συρρίκνωσης του εγκεφάλου (π.χ., με τη διενέργεια pet scan) ή αν έχει ξεκινήσει η νόσος προχωρώντας σε εξέταση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέσα στο 2025, εμφανίστηκαν στις ΗΠΑ εξετάσεις αίματος για το Αλτσχάιμερ που, μαζί με τη χρήση μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, φαίνεται να συμβάλλουν στην καλύτερη και πιο έγκαιρη διάγνωση, με τους επιστήμονες να πιστεύουν ότι το αίμα μπορεί σύντομα να αποτελέσει ένα «παράθυρο παρατήρησης» για τον εγκέφαλο ακόμα και πριν από την εκδήλωση των πρώτων συμπτωμάτων.
Αλτσχάιμερ και αντιμετώπιση
Αν παρατηρήσουμε συμπτώματα άνοιας στο φίλο ή το συγγενή μας, είναι σημαντικό να ζητήσουμε τη συμβολή ενός ειδικού όσο πιο άμεσα γίνεται, καθώς υπάρχουν παρεμβάσεις που μπορούν να βοηθήσουν. Μεταξύ αυτών, καλό είναι για τον ασθενή να:
- Χάσει βάρος. Μελέτες σε ζωικά μοντέλα της νόσου Αλτσχάιμερ έχουν δείξει ότι ο διατροφικός περιορισμός των θερμίδων οδηγεί και σε περιορισμό των αλλοιώσεων του εγκεφάλου. Επίσης, οι ολιγοθερμιδικές δίαιτες φαίνεται να μειώνουν το οξειδωτικό στρες, να βελτιώνουν τη μιτοχονδριακή λειτουργία και να ενεργοποιούν οδούς μακροβιότητας.
- Γίνεται καλός έλεγχος του σακχάρου και της πίεσής του.
- Έχει μια ρουτίνα.
- Ακολουθήσει την κετογονική δίαιτα (που είναι πολύ χαμηλή σε υδατάνθρακες και πολύ πλούσια σε πρωτεΐνες), καθώς αυξάνει τα κετονικά σώματα που λειτουργούν ως εναλλακτική καύσιμη ύλη για τον εγκέφαλο σε περιβάλλον μειωμένης γλυκόζης και μειώνοντας έτσι τη διεγερτική τοξικότητα και φλεγμονή. Μελέτες σε ασθενείς με νόσο Αλτσχάιμερ έχουν δείξει ότι βελτιώνει την καθημερινή λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής.
- Υιοθετήσει τη διαλείπουσα νηστεία που προάγει την αυτοφαγία και την απομάκρυνση κατεστραμμένων πρωτεϊνών για τον εγκέφαλο, μειώνει την ινσουλινοαντίσταση και βελτιώνει την πλαστικότητα των νευρώνων. Σε ζωικά μοντέλα της νόσου Αλτσχάιμερ, βρέθηκε ότι η διαλείπουσα νηστεία βελτιώνει τη γνωστική λειτουργία και μειώνει τη νευροπαθολογία.
- Λαμβάνει αγωγή με σκευάσματα που βοηθούν συμπτωματικά –για τη μνήμη– και με άλλα που βελτιώνουν τον ύπνο, τη διάθεση, την κατάθλιψη κ.λπ. Υπάρχουν κάποια καινούρια φάρμακα που δρουν αφαιρώντας τα αμυλοειδή από τον εγκέφαλο (κομμάτια πρωτεΐνης που συσσωρεύονται στον εγκέφαλο στο Αλτσχάιμερ), ωστόσο δεν αντιστρέφουν τα συμπτώματα ούτε καθυστερούν πολύ την εξέλιξη της ασθένειας. Οι επιστήμονες διερευνούν το ενδεχόμενο να χορηγούν τα συγκεκριμένα φάρμακα πολύ πιο νωρίς, όταν δηλαδή θα έχουν εμφανιστεί τα αμυλοειδή στον εγκέφαλο, αλλά δεν θα έχουν εκδηλωθεί ακόμη τα συμπτώματα της νόσου.
H πρόληψη
Για να προλάβουμε την εμφάνιση της άνοιας και της νόσου Αλτσχάιμερ, είναι πολύ σημαντικό να ελέγχουμε τους παράγοντες κινδύνου που επηρεάζουν την καρδιαγγειακή υγεία, όπως είναι η αρτηριακή πίεση, το σάκχαρο και το σωματικό βάρος. Σημαντικό είναι επίσης να ασκούμαστε τόσο σωματικά όσο και πνευματικά, να ακολουθούμε τη μεσογειακή διατροφή και να επιδιώκουμε την κοινωνική αλληλεπίδραση.
*Ευχαριστούμε τον δρα Γιάννη Σωτηρόπουλο, νευροεπιστήμονα, ερευνητή Γ΄ στο Ινστιτούτο Βιοεπιστημών & Εφαρμογών ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος, και τη Δήμητρα Ευθυμιοπούλου, διαιτολόγο-διατροφολόγο, BSc, Αθλητική διατροφή, MSc, για τη συνεργασία

