
Η απώλεια βάρους αποτελεί βασικό στόχο για ανθρώπους με παχυσαρκία, καθώς μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση μιας σειράς δεικτών υγείας. Ωστόσο, δεν έχει σημασία μόνο το πόσα κιλά χάνουμε. Παίζει ρόλο και ο τρόπος με τον οποίο τα χάνουμε. Ερευνητές από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ουάσινγκτον στο Σεντ Λούις, συνέκριναν τρεις δημοφιλείς διατροφικές προσεγγίσεις με πολύ διαφορετική αναλογία υδατανθράκων και λιπαρών. Η μελέτη τους, που δημοσιεύθηκε στο Cell Metabolism, συμπεριέλαβε 42 άτομα με παχυσαρκία, προδιαβήτη και αυξημένο λίπος στο ήπαρ και τα αποτελέσματα χαρακτηρίστηκαν «πολύ ενδιαφέροντα».
Τρεις διαφορετικές διατροφές, παρόμοια απώλεια βάρους
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες. Η πρώτη ακολούθησε κετογονική διατροφή, στην οποία μόλις το 4% των θερμίδων προερχόταν από υδατάνθρακες και το 73% από λιπαρά. Η δεύτερη ακολούθησε μεσογειακή διατροφή, με 50% των θερμίδων από υδατάνθρακες και 35% από λιπαρά, ενώ η τρίτη ακολούθησε μια κυρίως φυτική διατροφή πολύ χαμηλή σε λιπαρά, με 70% των θερμίδων από υδατάνθρακες και 15% από λιπαρά.
Οι ερευνητές παρείχαν όλα τα γεύματα στους συμμετέχοντες και προσάρμοζαν την πρόσληψη θερμίδων έτσι ώστε όλοι να φτάσουν περίπου στην ίδια απώλεια βάρους: περίπου 10% του αρχικού σωματικού τους βάρους. Χρειάστηκαν περίπου τέσσερις έως πέντε μήνες για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Και οι τρεις διατροφές είχαν οφέλη. Το σωματικό λίπος μειώθηκε, ενώ η ευαισθησία των μυών στην ινσουλίνη αυξήθηκε περίπου κατά 50% και στις τρεις ομάδες.
Οι διαφορές άρχισαν να φαίνονται όταν οι επιστήμονες εξέτασαν πιο συγκεκριμένους δείκτες.
Λίπος στο ήπαρ: Μείωση κατά 67% με την κετογονική διατροφή
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα αφορούσε το λίπος στο ήπαρ. Στους συμμετέχοντες που ακολούθησαν κετογονική διατροφή μειώθηκε κατά μέσο όρο κατά 67%. Αντίθετα, τόσο στη μεσογειακή όσο και στη φυτοκεντρική διατροφή χαμηλών λιπαρών η αντίστοιχη μείωση ήταν περίπου 45%. Και αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες είχαν χάσει περίπου το ίδιο ποσοστό του σωματικού τους βάρους.
Η κετογονική διατροφή οδήγησε επίσης σε μεγαλύτερη βελτίωση της ευαισθησίας του ήπατος στην ινσουλίνη. Σύμφωνα με τη μελέτη, η αύξησή της ήταν δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερη συγκριτικά με τις άλλες δύο διατροφές. Οι ερευνητές παρατήρησαν ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της γλυκαγόνης και μεγαλύτερη πτώση των επιπέδων ινσουλίνης στην κετογονική ομάδα. Οι μεταβολές αυτές μπορεί να συνέβαλαν στη μεγαλύτερη μείωση της παραγωγής και αποθήκευσης λίπους στο ήπαρ.
Τι συνέβη με το σάκχαρο και τον προδιαβήτη;
Οι διαφορές δεν περιορίστηκαν στο ήπαρ. Η κετογονική διατροφή συνδέθηκε επίσης με μεγαλύτερες μειώσεις στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, στη γλυκόζη και στην ινσουλίνη κατά τη διάρκεια του 24ώρου.
Μετά την περίοδο απώλειας βάρους, περίπου οι μισοί συμμετέχοντες στην κετογονική ομάδα δεν πληρούσαν πλέον τα κριτήρια του προδιαβήτη. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 29% στη μεσογειακή διατροφή και μόλις 7% στη φυτοκεντρική διατροφή πολύ χαμηλών λιπαρών.
Ένα ακόμη εύρημα που εξέπληξε τους ερευνητές ήταν ότι, παρά την πολύ υψηλότερη πρόσληψη λιπαρών, στην κετογονική ομάδα δεν παρατηρήθηκε επιδείνωση ορισμένων βασικών λιπιδαιμικών δεικτών. Η μελέτη δεν εντόπισε σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων στην LDL χοληστερόλη, την απολιποπρωτεΐνη Β ή τα επίπεδα τριγλυκεριδίων που μετρήθηκαν κατά τη διάρκεια του 24ώρου.
Σημαίνει ότι η κετογονική διατροφή είναι καλύτερη;
Όχι απαραίτητα. Το ενδιαφέρον της μελέτης βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι δείχνει πως η απώλεια βάρους δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που μπορεί να επηρεάζει τη μεταβολική υγεία. Η αναλογία υδατανθράκων, λιπαρών και πρωτεϊνών στη διατροφή φαίνεται ότι μπορεί επίσης να παίζει ρόλο.
Ωστόσο, υπάρχουν περιορισμοί. Η μελέτη ήταν μικρή – συμμετείχαν μόλις 42 άνθρωποι – και διήρκεσε περίπου τέσσερις έως πέντε μήνες. Επομένως, δεν γνωρίζουμε εάν τα επιπλέον οφέλη που παρατηρήθηκαν με την κετογονική διατροφή διατηρούνται μακροπρόθεσμα.
Επιπλέον, οι συνθήκες της έρευνας απείχαν αρκετά από την καθημερινότητα: οι επιστήμονες παρείχαν στους συμμετέχοντες όλα τα γεύματά τους, ενώ εκείνοι συναντούσαν διαιτολόγο κάθε εβδομάδα. Η τήρηση μιας τόσο περιοριστικής διατροφής χωρίς αυτή την υποστήριξη μπορεί να είναι πολύ πιο δύσκολη.
Η κετογονική διατροφή δεν είναι επίσης κατάλληλη για όλους και η μακροχρόνια εφαρμογή της χρειάζεται προσεκτικό σχεδιασμό και, ειδικά σε άτομα με προβλήματα υγείας, καθοδήγηση από επαγγελματία υγείας.
Το συμπέρασμα της νέας μελέτης, επομένως, δεν είναι ότι υπάρχει μία «νικήτρια» διατροφή. Είναι ότι η απώλεια περίπου 10% του σωματικού βάρους βελτίωσε σημαντικούς μεταβολικούς δείκτες ανεξάρτητα από τη διατροφή που ακολούθησαν οι συμμετέχοντες, ενώ η κετογονική φάνηκε να προσφέρει ορισμένα επιπλέον οφέλη – κυρίως όσον αφορά το λίπος στο ήπαρ και τη ρύθμιση του σακχάρου.



