
Τα μη μεταδοτικά νοσήματα –δηλαδή οι χρόνιες παθήσεις που δεν μεταδίδονται από άνθρωπο σε άνθρωπο– ευθύνονται σήμερα για περίπου το 75% των θανάτων παγκοσμίως. Μέχρι το 2050, εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα λοιμώδη νοσήματα ως η μεγαλύτερη αιτία επιβάρυνσης της παγκόσμιας υγείας. Ωστόσο, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι ένα τεστ που απαιτεί μόνο μια σταγόνα αίματος από το δάχτυλο, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πολύτιμο εργαλείο για τον εντοπισμό ατόμων υψηλού κινδύνου και την έγκαιρη παρέμβαση.
Το τεστ των 2 λεπτών: Τι δήλωσαν οι επιστήμονες
Σύμφωνα με τη μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Science, ο δείκτης GKI θα μπορούσε να αποτελέσει έναν απλό και πρακτικό τρόπο αξιολόγησης της συνολικής μεταβολικής υγείας ενός ατόμου.
Ο επικεφαλής της έρευνας, καθηγητής Βιολογίας και Γενετικής στο Boston College, Thomas Seyfried, δήλωσε:
«Οι παθήσεις αυτές δεν αποτελούν αναπόφευκτη συνέπεια της γενετικής μας προδιάθεσης, αλλά διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο ζωής μας. Η εξέταση του δείκτη GKI σκιαγραφεί μια πολλά υποσχόμενη προσέγγιση που θα μπορούσε να συμβάλει τόσο στην πρόληψη όσο και στη διαχείριση του καρκίνου και άλλων χρόνιων νοσημάτων».
Για τις ανάγκες της μελέτης, οι ερευνητές ανέλυσαν εκατοντάδες προηγούμενες επιστημονικές εργασίες και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ταυτόχρονη αξιολόγηση των επιπέδων γλυκόζης και κετονών στο αίμα αποτελεί μια ασφαλή, αξιόπιστη και οικονομικά προσιτή μέθοδο.
Οι συγγραφείς της μελέτης υπογραμμίζουν, ωστόσο, ότι απαιτούνται μεγαλύτερες κλινικές μελέτες προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο δείκτης GKI μπορεί πράγματι να προβλέπει με ακρίβεια τον κίνδυνο εμφάνισης ασθενειών ή να συμβάλει στη βελτίωση της θεραπευτικής αντιμετώπισης.
Η συν-συγγραφέας της μελέτης, βιοχημικός και ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Westminster, Isabella Cooper, υποστήριξε ότι το τεστ θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ευρύτερα στην κλινική πράξη.
«Θα μπορούσε να προσφέρει μια σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα της μεταβολικής υγείας, που υπερβαίνει την απλή παρακολούθηση της απώλειας βάρους, ενώ παράλληλα να βοηθά στην αξιολόγηση του κινδύνου νόσου, της ανταπόκρισης στη θεραπεία και της διατήρησης υγιεινών αλλαγών στον τρόπο ζωής», ανέφερε.


