
Η ιστορία της Νταϊάνα Σεχάς αποτυπώνει με ενάργεια ένα από τα πιο ανησυχητικά παράδοξα της σύγχρονης Ιατρικής. Κατά το πρώτο έτος των σπουδών της στην Ιατρική, εντόπισε έναν όγκο στον λαιμό της. Αρχικά, οι γιατροί την καθησύχασαν ότι επρόκειτο πιθανότατα για κάτι καλόηθες. Oμως ο όγκος συνέχισε να μεγαλώνει. Oταν επέστρεψε για επανεξέταση, της είπαν ότι ήταν απλώς ένας διογκωμένος λεμφαδένας.
Επειτα από μια εξαντλητική εφημερία 36 ωρών, ο πόνος έγινε αφόρητος. Την επόμενη ημέρα, έπειτα από επίμονη πίεση, έγινε τελικά αξονική τομογραφία. Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν έναν μεγάλο όγκο: ήταν καρκίνος. Ενώ μάθαινε πώς να διαγιγνώσκει άλλους, δεν είχε καταφέρει να εξασφαλίσει σωστή διάγνωση για τον εαυτό της.
Η περίπτωσή της δεν είναι μεμονωμένη, γράφει το Atlantic. Οπως εξηγεί η δημοσιογράφος Αλεξάνδρα Σίφερλιν στο βιβλίο της «The Elusive Body», τα διαγνωστικά λάθη είναι πολύ συχνότερα από όσο πιστεύουμε. Υπολογίζεται ότι περίπου 5% των Αμερικανών, δηλαδή περίπου 13 εκατομμύρια άτομα ετησίως, πέφτουν θύματα κάποιου διαγνωστικού σφάλματος. Μάλιστα, μελέτη του 2023 εκτιμά ότι πάνω από 750.000 άτομα στις ΗΠΑ πεθαίνουν ή μένουν με μόνιμη αναπηρία κάθε χρόνο λόγω τέτοιων λαθών.
Η διάγνωση αποτελεί το πιο κρίσιμο στοιχείο στην ιατρική φροντίδα, καθώς καθορίζει όλη τη μετέπειτα πορεία της θεραπείας. Παρ’ όλα αυτά, το σύστημα Υγείας δεν έχει επενδύσει επαρκώς στην κατανόηση και αντιμετώπιση των διαγνωστικών λαθών. Μια σημαντική έκθεση του 2015 κατέδειξε ότι σχεδόν όλοι οι άνθρωποι θα βιώσουν τουλάχιστον μία λανθασμένη διάγνωση στη ζωή τους. Ωστόσο, επισημαίνει το Atlantic, παρά τη σημασία της διαπίστωσης, οι αλλαγές υπήρξαν περιορισμένες. Ακόμη και σήμερα, ελάχιστα συστήματα Υγείας καταγράφουν συστηματικά τέτοια λάθη.
Αρκετοί υπέθεσαν ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα έλυνε το πρόβλημα. Ομως το ζήτημα είναι βαθύτερο. Τα διαγνωστικά σφάλματα δεν είναι απλές «αστοχίες» αλλά αποτέλεσμα δομικών αδυναμιών του ίδιου του ιατρικού συστήματος. Η υπερβολική έμφαση στις εξετάσεις και στους μετρήσιμους δείκτες έχει μετατοπίσει την προσοχή των γιατρών από τον ασθενή στα δεδομένα. Από τον 19ο αιώνα και μετά, με την ανάπτυξη της θεωρίας των μικροβίων και των διαγνωστικών τεχνολογιών, η Ιατρική άρχισε να αντιμετωπίζει τις ασθένειες ως σαφώς ορισμένες οντότητες. Αυτό, γράφει το Atlantic, αποτέλεσε τεράστια πρόοδο, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησε μια εξάρτηση από τα τεστ.
Συνεπεία αυτού, όσα λέει ο ίδιος ο ασθενής συχνά υποβαθμίζονται. Οι γιατροί εμπιστεύονται περισσότερο τα αποτελέσματα των εξετάσεων παρά τα συμπτώματα που περιγράφονται. Το πρόβλημα ενισχύεται από μια νοοτροπία που αποφεύγει την αυτοκριτική και καλλιεργεί τον μύθο του «αλάθητου γιατρού». Σε πολλές ιατρικές σχολές δεν διδάσκεται επαρκώς η πιθανότητα σφάλματος, σχολιάζει το Atlantic, ενώ οι επαγγελματίες Υγείας δυσκολεύονται να συζητήσουν διαγνωστικά λάθη, καθώς αυτό θίγει την επαγγελματική τους ταυτότητα και ενδέχεται να έχει νομικές συνέπειες.
Οι συνθήκες εργασίας επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Οι γιατροί καλούνται να λειτουργήσουν μέσα σε ένα περιβάλλον πίεσης, με σύντομα ραντεβού, γραφειοκρατία και περιορισμούς από ασφαλιστικά συστήματα. Συχνά έχουν ελάχιστο χρόνο με τους ασθενείς, γεγονός που δυσχεραίνει την ουσιαστική κατανόηση των συμπτωμάτων. Μελέτες δείχνουν ότι οι νέοι γιατροί αφιερώνουν πολύ μικρό ποσοστό του χρόνου τους στην άμεση επαφή με τους ασθενείς τους.
Η κλινική εξέταση, που κάποτε αποτελούσε βασικό εργαλείο διάγνωσης, υποχωρεί πλέον μπροστά στην ευκολία των εργαστηριακών εξετάσεων. Ωστόσο, έρευνες δείχνουν ότι η πλειονότητα των διαγνώσεων θα μπορούσε να επιτευχθεί με βασικές κλινικές δεξιότητες. Οι γιατροί, παρ’ όλα αυτά, συχνά καταφεύγουν άμεσα σε εξετάσεις, ακόμη και όταν δεν είναι απαραίτητες.
Ενα άλλο παράδοξο που επισημαίνει το Atlantic είναι ότι τα διαγνωστικά λάθη δεν περιορίζονται σε σπάνιες ασθένειες. Αντίθετα, εμφανίζονται και σε κοινές παθήσεις, ακριβώς επειδή οι γιατροί έχουν πάψει να τους δίνουν ιδιαίτερη σημασία. Μεγάλο ποσοστό των σφαλμάτων οφείλεται σε κακή επικοινωνία μεταξύ γιατρού και ασθενούς. Οταν ο ασθενής δεν ακούγεται, αυξάνεται ο κίνδυνος λάθους.
Ταυτόχρονα, υπάρχουν και περιπτώσεις ασθενειών που δεν εντάσσονται εύκολα στα υπάρχοντα ιατρικά πρότυπα. Παθήσεις, όπως το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης ή το long Covid, συχνά δεν εντοπίζονται έγκαιρα, επειδή δεν εμφανίζονται ξεκάθαρα στα τεστ. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι ασθενείς μπορεί να αντιμετωπιστούν με σκεπτικισμό ή να αποδοθούν ψυχολογικά αίτια στα συμπτώματά τους. Η αβεβαιότητα οδηγεί σε υποτίμηση των συμπτωμάτων, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο.
Η διάγνωση, ωστόσο, δεν είναι απλώς ένα τεχνικό βήμα, γράφει το Atlantic· έχει βαθιά σημασία για τον ασθενή, καθώς ανοίγει τον δρόμο για θεραπεία, εξασφαλίζει ασφαλιστική κάλυψη και προσφέρει αναγνώριση της ασθένειας. Οπως το έθεσε μια ασθενής, «θέλω απλώς την άδεια να είμαι άρρωστη». Επομένως, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί δίνουμε τόση σημασία στη διάγνωση, αλλά γιατί το σύστημα δεν καταφέρνει να την εξασφαλίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Οι λύσεις δεν είναι αποκλειστικά τεχνολογικές, εκτιμά το Atlantic. Προγράμματα που επικεντρώνονται σε σπάνιες ασθένειες δείχνουν ότι η επιτυχία προκύπτει από τον χρόνο που αφιερώνεται σε κάθε περίπτωση και από τη συνεργασία μεταξύ ειδικών. Ωστόσο, το σύγχρονο σύστημα δεν ευνοεί αυτή την προσέγγιση.
Η ιατρική κρίση απαιτεί έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης: ευελιξία, αποδοχή της αβεβαιότητας και προσεκτική ακρόαση. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί νέοι γιατροί ολοκληρώνουν την εκπαίδευσή τους χωρίς να έχουν εξασκηθεί επαρκώς σε βασικές κλινικές δεξιότητες.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει εργαλεία, όπως καλύτερη επεξεργασία δεδομένων και μείωση προκαταλήψεων. Ομως δεν αποτελεί πανάκεια. Αν χρησιμοποιηθεί σε ένα σύστημα που ήδη δίνει προτεραιότητα στην ταχύτητα και την αποδοτικότητα εις βάρος της προσοχής, κινδυνεύει να αναπαράγει τα ίδια προβλήματα.
Η ίδια η Σεχάς, πλέον παιδονευρολόγος, άλλαξε ριζικά την προσέγγισή της. Δίνει έμφαση στην ακρόαση των ασθενών της, αφήνοντάς τους να μιλήσουν χωρίς διακοπή. Η εμπειρία της την έχει κάνει πιο προσεκτική, αλλά και πιο επιφυλακτική απέναντι στο ίδιο το σύστημα.
Η λέξη «διάγνωση» προέρχεται από τα ελληνικά και από τη λέξη «γνώση», καταλήγει το Atlantic. Δεν πρόκειται απλώς για μια ιατρική πράξη, αλλά για μια διαδικασία κατανόησης και αναγνώρισης. Η κρίση που αναδεικνύεται δεν είναι αναπόφευκτη. Απαιτεί όμως μια αλλαγή προσανατολισμού: περισσότερη προσοχή, περισσότερο χρόνο και μεγαλύτερη αποδοχή της αβεβαιότητας.
Σε μια εποχή όπου η τεχνολογία κυριαρχεί, η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή στην Iατρική φαίνεται πιο επιτακτική από ποτέ.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News



