
Για δεκαετίες, ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) αποτελούσε το βασικό εργαλείο για την αξιολόγηση του σωματικού βάρους και του κινδύνου παχυσαρκίας. Ένας αριθμός που προκύπτει από το ύψος και το βάρος μας ήταν αρκετός για να κατατάξει κάποιον ως λιποβαρή, φυσιολογικού βάρους, υπέρβαρο ή παχύσαρκο. Ωστόσο, μια νέα αμερικανική μελέτη έρχεται να αμφισβητήσει την ζυγαριά, υποστηρίζοντας ότι το βάρος από μόνο του δεν αρκεί για να αποτυπώσει την πραγματική κατάσταση της υγείας μας. Σύμφωνα με τα ευρήματα, περίπου ένας στους τέσσερις ενήλικες με φυσιολογικό ΔΜΣ πληροί ήδη τα κριτήρια μιας νεότερης έννοιας, γνωστή ως «κλινική παχυσαρκία».
Τι είναι η κλινική παχυσαρκία;
Η έννοια της κλινικής παχυσαρκίας προτάθηκε πρόσφατα από την επιτροπή των ειδικών του The Lancet Diabetes & Endocrinology και επιχειρεί να δώσει μια πιο σαφή και ουσιαστική αποτύπωση του προβλήματος. Σε αντίθεση με τον ΔΜΣ, που βασίζεται αποκλειστικά στο βάρος και το ύψος, η νέα προσέγγιση εξετάζει δύο βασικά στοιχεία:
- αν υπάρχει αυξημένο σωματικό λίπος, όπως αυτό αποτυπώνεται σε μετρήσεις της μέσης και της αναλογίας μέσης προς γοφούς,
- αν έχουν ήδη εμφανιστεί προβλήματα υγείας που σχετίζονται με το υπερβολικό λίπος, όπως αυξημένη αρτηριακή πίεση, διαταραχές του σακχάρου ή της χοληστερόλης, λιπώδης νόσος του ήπατος ή δυσκολίες στην κινητικότητα.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από περισσότερους από 5.600 ενήλικες που συμμετείχαν στην εθνική έρευνα υγείας NHANES στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τα ευρήματα, περίπου το 26% των ατόμων με φυσιολογικό ΔΜΣ φάνηκαν να πληρούν τα κριτήρια της κλινικής παχυσαρκίας. Το ποσοστό αυτό αυξανόταν σημαντικά στους υπέρβαρους (50%), ενώ στα άτομα με σοβαρή παχυσαρκία ξεπερνούσε το 85%.
Γιατί έχει σημασία η κατανομή του λίπους;
Όταν οι ερευνητές αξιολόγησαν τους συμμετέχοντες με βάση δείκτες όπως η περίμετρος μέσης, η αναλογία μέσης προς γοφούς και η αναλογία μέσης προς ύψος, διαπίστωσαν ότι σχεδόν το 78% των ενηλίκων εμφάνιζε αυξημένο σωματικό λίπος. Όπως αναφέρουν οι ερευνητές, το ποσοστό αυτό ήταν σχεδόν διπλάσιο από εκείνο που θα εντοπιζόταν χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τον ΔΜΣ.
Η συσσώρευση λίπους στην κοιλιακή χώρα θεωρείται εδώ και χρόνια σημαντικός παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτη τύπου 2 και άλλες μεταβολικές διαταραχές, γι’αυτό και οι ειδικοί δίνουν ολοένα μεγαλύτερη έμφαση στις μετρήσεις της μέσης.
Προς το παρόν, οι περισσότερες συστάσεις εξακολουθούν να βασίζονται κυρίως στον ΔΜΣ για την αξιολόγηση του κινδύνου και την πρόσβαση σε θεραπείες κατά της παχυσαρκίας. Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η νέα έννοια της κλινικής παχυσαρκίας δεν έχει ακόμη επικυρωθεί πλήρως και ότι απαιτούνται περισσότερες μελέτες για να διαπιστωθεί αν η εφαρμογή της οδηγεί πράγματι σε καλύτερα αποτελέσματα για την υγεία των ασθενών.
Πέρα από το βάρος
Οι ειδικοί τονίζουν ότι το βάρος παραμένει ένας χρήσιμος δείκτης, δεν είναι όμως ο μοναδικός. Η περίμετρος της μέσης, οι εξετάσεις αίματος, η αρτηριακή πίεση, η σύσταση σώματος και το μεταβολικό προφίλ προσφέρουν εξίσου σημαντικές πληροφορίες για την κατάσταση της υγείας.
Η νέα προσέγγιση δεν αναιρεί τον ΔΜΣ, αλλά μας υπενθυμίζει ότι η υγεία είναι πιο σύνθετη από έναν αριθμό. Και ίσως αυτό να είναι το πρώτο βήμα προς μια πιο εξατομικευμένη αξιολόγηση του κινδύνου για κάθε άνθρωπο.


