
Ο καρκίνος του μαστού περιλαμβάνει διαφορετικούς τύπους και ο πιο συχνός είναι ο ορμονοευαίσθητος, HER2-αρνητικός (HR+/HER2–), στον οποίο η ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων επηρεάζεται από ορμόνες, όπως τα οιστρογόνα ή η προγεστερόνη, ενώ τα κύτταρα δεν εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα της πρωτεΐνης HER2. Μία από τις προκλήσεις αυτού του τύπου καρκίνου είναι ότι η υποτροπή μπορεί να συμβεί αρκετά χρόνια μετά τη θεραπεία. Ειδικά όταν δεν έχουν προσβληθεί οι λεμφαδένες, περισσότερες από τις μισές μακρινές υποτροπές –δηλαδή οι περιπτώσεις στις οποίες ο καρκίνος εμφανίζεται σε άλλο σημείο του σώματος– καταγράφονται πέντε ή περισσότερα χρόνια μετά το τέλος της θεραπείας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μισές ασθενείς θα παρουσιάσουν υποτροπή, αλλά ότι από τις υποτροπές που τελικά συμβαίνουν, πολλές εμφανίζονται μετά την πενταετία.
Πώς μπορούν λοιπόν οι γιατροί να γνωρίζουν ποιες ασθενείς διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σε βάθος χρόνου; Νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό npj Breast Cancer, παρουσιάζει ένα εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης που σχεδιάστηκε για να βοηθήσει στην ακριβέστερη εκτίμηση αυτού του κινδύνου.
Το νέο εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης
Σήμερα χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, το τεστ 21 γονιδίων Recurrence Score, γνωστό και ως Oncotype DX. Το τεστ αναλύει τη δραστηριότητα συγκεκριμένων γονιδίων στον όγκο και βοηθά στην εκτίμηση της πιθανότητας υποτροπής. Σύμφωνα με τους ερευνητές, όμως, το συγκεκριμένο εργαλείο αποδίδει καλύτερα στην πρόβλεψη υποτροπών που εμφανίζονται μέσα στα πρώτα πέντε χρόνια.
Για τον λόγο αυτό ανέπτυξαν το νέο μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης IICM+, με στόχο να βελτιώσουν την εκτίμηση του κινδύνου μακρινής υποτροπής σε ασθενείς με πρώιμο HR+/HER2– καρκίνο του μαστού χωρίς προσβολή λεμφαδένων – ιδιαίτερα πέρα από την πενταετία.
Καρκίνος του μαστού: Τι έδειξε η μελέτη
Οι ερευνητές ανέπτυξαν το IICM+ χρησιμοποιώντας δεδομένα από 2.808 ασθενείς που είχαν συμμετάσχει στη μεγάλη κλινική μελέτη TAILORx. Στη συνέχεια, δοκίμασαν την απόδοσή του σε μια ξεχωριστή ομάδα 1.621 ασθενών.
Για να συγκρίνουν το νέο μοντέλο με το τεστ 21 γονιδίων χρησιμοποίησαν τον λεγόμενο δείκτη C, ένα στατιστικό μέτρο που δείχνει πόσο καλά ένα μοντέλο μπορεί να διακρίνει τα άτομα υψηλότερου από εκείνα χαμηλότερου κινδύνου.
Το IICM+ πέτυχε δείκτη C 0,735 για την εκτίμηση της συνολικής μακρινής υποτροπής, έναντι 0,578 για το τεστ 21 γονιδίων. Η απόδοσή του ήταν ιδιαίτερα αξιοσημείωτη στην πρόβλεψη υποτροπών που εμφανίζονται περισσότερο από πέντε χρόνια μετά τη διάγνωση.
Η ογκολόγος Ντέμπρα Πατ, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, χαρακτήρισε τη διαφορά σημαντική, σημειώνοντας ότι το νέο μοντέλο φαίνεται να διακρίνει καλύτερα τις ασθενείς ανάλογα με τον κίνδυνο.
Θα μπορούσε να αλλάξει τις αποφάσεις για τη θεραπεία;
Οι συγγραφείς της μελέτης αναφέρουν ότι το εργαλείο θα μπορούσε να βοηθήσει στον εντοπισμό ασθενών οι οποίες εμφανίζουν σχετικά χαμηλή βαθμολογία στο υπάρχον τεστ 21 γονιδίων, αλλά με βάση πρόσθετα βιολογικά χαρακτηριστικά του όγκου τους ενδέχεται να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο υποτροπής.
Μια τέτοια πληροφορία θα μπορούσε στο μέλλον να συμβάλει σε μια πιο εξατομικευμένη συζήτηση για το κατά πόσο τα πιθανά οφέλη μιας πρόσθετης θεραπείας υπερτερούν των κινδύνων της.
Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι ένας αλγόριθμος θα αποφασίζει εάν μια ασθενής πρέπει να λάβει χημειοθεραπεία. Το IICM+ θα μπορούσε να προσθέσει ακόμη μία χρήσιμη πληροφορία στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, όχι να αντικαταστήσει την κλινική κρίση και την από κοινού απόφαση γιατρού και ασθενούς, επισημαίνουν οι επιστήμονες.
Καρκίνος του μαστού: Τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον
Παρότι τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, το IICM+ δεν είναι ακόμη έτοιμο για χρήση στην καθημερινή κλινική πράξη.
Τα ευρήματα θα πρέπει να επιβεβαιωθούν σε μεγαλύτερους, ανεξάρτητους και διαφορετικούς πληθυσμούς ασθενών. Οι επιστήμονες πρέπει επίσης να διαπιστώσουν εάν το μοντέλο προσφέρει ουσιαστικές πρόσθετες πληροφορίες σε σχέση με τα ήδη καθιερωμένα γονιδιακά τεστ και τους κλινικούς παράγοντες κινδύνου.
Κυρίως, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η χρήση του δεν οδηγεί απλώς σε καλύτερες στατιστικές προβλέψεις, αλλά και σε καλύτερες θεραπευτικές αποφάσεις και αποτελέσματα για τις ασθενείς.
Υπάρχουν και πρακτικά ζητήματα. Ένα νέο εργαλείο πρέπει να δίνει αναπαραγώγιμα αποτελέσματα, να είναι προσβάσιμο και οικονομικά βιώσιμο και να μπορεί να ενσωματωθεί στην καθημερινή λειτουργία των συστημάτων υγείας.
Το IICM+ επομένως δεν αποτελεί ακόμη ένα νέο καθιερωμένο τεστ για τον καρκίνο του μαστού. Τα πρώτα αποτελέσματα, όμως, δείχνουν μια πιθανή μελλοντική κατεύθυνση: τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης όχι μόνο για να εκτιμάται ο άμεσος κίνδυνος, αλλά και για να φωτίζεται καλύτερα τι μπορεί να συμβεί πολλά χρόνια μετά τη θεραπεία.



