Η νέα έρευνα του ΙΟΒΕ «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας», μας θυμίζει ότι για να ορθοποδήσει μια κοινωνία, δεν αρκεί να ευημερούν οι αριθμοί, αλλά πρέπει να ευημερούν και οι άνθρωποι. Στην Ελλάδα, δεκαπέντε και πλέον χρόνια μετά το ξέσπασμα της οικονομικής, ένας αριθμός που ευημερεί είναι το μερίδιο του κέρδους στο ΑΕΠ. Είναι το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρώπη, εις βάρος του μεριδίου των μισθών που είναι το δεύτερο χαμηλότερο. Η μοναδική χώρα που μας ξεπερνάει είναι η Ιρλανδία, η οποία όμως αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση, ως φορολογική έδρα – παράδεισος, μιας χούφτας πολυεθνικών κολοσσών.
Η κακή υγεία και τα χρόνια νοσήματα πλήττουν περισσότερο τους φτωχούς. πηγή: ΙΟΒΕ
Πώς πάτε από υγεία;
Όταν από τους Έλληνες ζητείται να αυτό-αξιολογήσουν την υγεία τους, σε μια κλίμακα από το 5 (καλή υγεία) ως το 1 (κακή υγεία), δίνουν σχετικά καλό βαθμό στον εαυτό τους, κατά μέσο όρο 4,2.
Όμως κι εκεί υπάρχουν σημαντικές διαβαθμίσεις ανάλογα με το εισόδημα. Το φτωχότερο 20% αυτό-αξιολογεί την υγεία του με 4, και το πλουσιότερο με 4,4%.
«Το εύρος αυτό, αν και φαινομενικά περιορισμένο στην κλίμακα μέτρησης, υποδηλώνει μια συστηματική διαφοροποίηση της υποκειμενικής υγείας κατά μήκος της εισοδηματικής κατανομής, καθώς η κάθε βαθμίδα εισοδήματος αντιστοιχεί σε μετρήσιμα καλύτερη αντίληψη της προσωπικής υγείας», σημειώνει το ΙΟΒΕ.
Η διαφορά είναι πιο έντονη, αν μετρήσουμε τα ποσοστά ατόμων με κακή υγεία. Ανάμεσα τους πιο φτωχούς, ο ένας στους δέκα αναφέρει κακή υγεία, έναντι 3,6% ανάμεσα στους πιο πλούσιους.
Με χρόνια νοσήματα ο ένας στους τέσσερις
Υψηλό είναι και το ποσοστό ατόμων που ζουν με χρόνια νοσήματα, στο 24,7%. Παραμένει ωστόσο χαμηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (36,5%). Η απόκλιση ενδέχεται να οφείλεται σε υποδιάγνωση και διαφορετικά μοντέλα αναφοράς μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ. Ακόμα κι έτσι, οι φτωχοί έχουν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες να πάσχουν από μακροχρόνια νοσήματα.
Μια άλλη ελληνική ιδιαιτερότητα, είναι ότι ενώ έχουμε υψηλότερο προσδόκιμο ζωής από τον μέσο όρο της ΕΕ, έχουμε χειρότερο προσδόκιμο «υγιούς ζωής» μετά τα 65 έτη. Ζούμε δηλαδή περισσότερο, αλλά όχι και με καλύτερη υγεία.
in.gr



