Για χρόνια, η επιστήμη της γήρανσης κινούνταν γύρω από μια σχεδόν καθησυχαστική ιδέα: ότι τα γονίδιά μας παίζουν μεν ρόλο στο πόσο θα ζήσουμε, αλλά όχι καθοριστικό. Η επικρατούσα άποψη ήταν ότι η κληρονομικότητα εξηγεί περίπου το 20% έως 25% της διάρκειας ζωής μας, ίσως και λιγότερο, σύμφωνα με ορισμένες νεότερες μεγάλες αναλύσεις. Το υπόλοιπο; Τρόπος ζωής, περιβάλλον, τύχη, πρόσβαση σε υγειονομική φροντίδα, κοινωνικές συνθήκες. Μια νέα, όμως, μελέτη από το Weizmann Institute of Science έρχεται να ανατρέψει αυτή την εικόνα για τη μακροζωία.
σε έναν πληθυσμό ανθρώπων, περίπου το μισό της διαφοράς που παρατηρούμε στη διάρκεια ζωής μεταξύ ατόμων μπορεί να σχετίζεται με γενετικές διαφορές, εφόσον απομονώσουμε όσο γίνεται τους θανάτους που δεν αντικατοπτρίζουν τη φυσική γήρανση.
Μας λέει και ότι ίσως υπάρχουν βιολογικά μονοπάτια της γήρανσης που δεν έχουμε ακόμη κατανοήσει επαρκώς και που μπορεί στο μέλλον να γίνουν θεραπευτικοί στόχοι.
Αλλά μέσα σε αυτό το πλαίσιο, συνεχίζουν να έχουν τεράστια σημασία:
-
η ποιότητα της διατροφής,
-
η φυσική δραστηριότητα,
-
ο ύπνος,
-
η διαχείριση του στρες,
-
η αποφυγή καπνίσματος,
-
η καλή μεταβολική υγεία,
-
η κοινωνική σύνδεση,
-
η πρόληψη και η πρόσβαση σε ιατρική φροντίδα.
Τι αλλάζει στη δημόσια υγεία
Από πλευράς δημόσιας υγείας, το εύρημα ανοίγει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.
Αν η γενετική επίδραση είναι μεγαλύτερη:
-
ίσως χρειαστούν πιο στοχευμένες στρατηγικές πρόληψης,
-
ίσως αποκτήσουν μεγαλύτερη αξία οι πολυγονιδιακοί δείκτες κινδύνου στο μέλλον,
-
και πιθανώς να αναπτυχθούν παρεμβάσεις που δεν αφορούν μόνο τις συνήθειες, αλλά και τη βιολογία της γήρανσης σε μοριακό επίπεδο.



