
Νέα δεδομένα ενισχύουν τις προσδοκίες για μια εξατομικευμένη θεραπεία του μελανώματος με τεχνολογία mRNA. Τα αποτελέσματα κλινικής μελέτης Φάσης 3 δείχνουν ότι το νέο εμβόλιο με την ονομασία intismeran (mRNA-4157), σε συνδυασμό με την ανοσοθεραπεία πεμπρολιζουμάμπη, ένα φάρμακο που είναι ήδη εγκεκριμένο για τη θεραπεία του μελανώματος, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο υποτροπής και μετάστασης σε ασθενείς υψηλού κινδύνου που έχουν υποβληθεί σε χειρουργική αφαίρεση του όγκου.
Η καθηγήτρια Παθολογίας-Ογκολογίας του ΕΚΠΑ και διευθύντρια της Α΄ Παθολογικής Κλινικής του Λαϊκού Νοσοκομείου και κύρια ερευνήτρια του εμβολίου για το μελάνωμα, Έλενα Γκόγκα, χαρακτήρισε την προσέγγιση ορόσημο στην έρευνα για τον καρκίνο. Όπως εξήγησε, πρόκειται ουσιαστικά για μια εξατομικευμένη θεραπεία νεοαντιγόνων, καθώς παρασκευάζεται ξεχωριστά για κάθε ασθενή, με βάση το «μοριακό αποτύπωμα» του δικού του όγκου.
Η συμμετοχή της Ελλάδας
Η διεθνής μελέτη ξεκίνησε το 2023 σε 26 χώρες και περιλαμβάνει περισσότερους από 1.100 ασθενείς με υψηλού κινδύνου μελάνωμα. Στην Ελλάδα συμμετέχει και το Λαϊκό Νοσοκομείο, όπου ο πρώτος ασθενής έλαβε το εμβόλιο το 2024. Οι συμμετέχοντες είχαν ήδη υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και έλαβαν είτε μόνο πεμπρολιζουμάμπη είτε τον συνδυασμό της με εννέα δόσεις του εξατομικευμένου εμβολίου.
Προκαταρκτικά αποτελέσματα που ανακοινώθηκαν τον Ιανουάριο έδειχναν ότι ο κίνδυνος θανάτου ή υποτροπής σε ορίζοντα πενταετίας μειώθηκε κατά 49%, ενώ τα αποτελέσματα της Φάσης 3 επιβεβαίωσαν τον κύριο στόχο της μελέτης, δηλαδή τη μείωση της επανεμφάνισης του μελανώματος, καθώς και τον δευτερεύοντα στόχο της μείωσης των μεταστάσεων. Ωστόσο, παραμένει ανοιχτό το κρίσιμο ερώτημα εάν τα οφέλη αυτά οδηγούν τελικά σε αύξηση της συνολικής επιβίωσης.
Στη μελέτη, οι ασθενείς είχαν ήδη υποβληθεί σε χειρουργική αφαίρεση του μελανώματος. Χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: η μία έλαβε μόνο ανοσοθεραπεία για περίπου έναν χρόνο, ενώ η δεύτερη έλαβε ανοσοθεραπεία σε συνδυασμό με το εξατομικευμένο εμβόλιο, σε εννέα δόσεις.
Το πειραματικό εμβόλιο mRNA αξιοποιεί το γεγονός ότι πολλοί καρκινικοί όγκοι φέρουν μεταλλάξεις που οδηγούν στην παραγωγή ελαττωματικών πρωτεϊνών. Σε πρώτη φάση, οι υπεύθυνοι της δοκιμής πραγματοποιούν γενετικές αναλύσεις στον όγκο και αναγνωρίζουν τις μεταλλάξεις.
Στη συνέχεια σχεδιάζουν ένα μόριο RNA που αναγκάζει τα ανθρώπινα κύτταρα να παραγάγουν καρκινικές πρωτεΐνες, οι οποίες στη συνέχεια αναγνωρίζονται και στοχοποιούνται από το ανοσοποιητικό σύστημα.
Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, η μελέτη δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και το εμβόλιο δεν έχει ακόμη εγκριθεί για ευρεία χρήση. Απαιτείται η ολοκλήρωση της μελέτης και η αξιολόγηση των δεδομένων από τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Παράλληλα, παρόμοιες θεραπείες mRNA εξετάζονται για άλλους συμπαγείς όγκους, μεταξύ των οποίων ο καρκίνος του πνεύμονα και της ουροδόχου κύστης.
Η εξατομίκευση, πάντως, δημιουργεί και σημαντικές προκλήσεις στην παραγωγή, τον ποιοτικό έλεγχο και τη διανομή, καθώς κάθε δόση προορίζεται αποκλειστικά για έναν συγκεκριμένο ασθενή.



