
Μπορεί το έντερο να… γνωρίζει ότι κινδυνεύουμε να εμφανίσουμε διαβήτη τύπου 2 πολύ πριν το δείξουν οι εξετάσεις αίματος; Μια νέα μεγάλη μελέτη από τη Σουηδία φέρνει στο προσκήνιο τον σημαντικό ρόλο του μικροβιώματος, δείχνοντας ότι συγκεκριμένα βακτήρια ενδέχεται να αποτελούν πρώιμους «βιοδείκτες» της νόσου, ακόμη και πέντε χρόνια πριν από τη διάγνωση. Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι τα βακτήρια προκαλούν από μόνα τους τον διαβήτη, αλλά ενισχύουν την άποψη ότι το εντερικό μικροβίωμα μπορεί να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τον μελλοντικό κίνδυνο εμφάνισής του.
Το έντερο μπορεί να δώσει έγκαιρα προειδοποιητικά σημάδια
Οι ερευνητές του Chalmers University of Technology ανέλυσαν δείγματα κοπράνων από 4.685 ενήλικες που δεν είχαν διαβήτη κατά την έναρξη της μελέτης. Οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν για περίπου πέντε χρόνια και στο διάστημα αυτό 383 εμφάνισαν διαβήτη τύπου 2.
Συγκρίνοντας το μικροβίωμα όσων νόσησαν με εκείνο όσων παρέμειναν υγιείς, οι επιστήμονες εντόπισαν εννέα βακτηριακά είδη που σχετίζονταν με τον μελλοντικό κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Έξι από αυτά συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο και τρία με μειωμένο. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι οι διαφορές αυτές υπήρχαν αρκετά χρόνια πριν εμφανιστεί ο διαβήτης, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι αλλαγές στο μικροβίωμα ίσως προηγούνται της νόσου και δεν αποτελούν απλώς συνέπειά της.
Όταν ένα «καλό» βακτήριο δεν είναι πάντα τόσο «αθώο»
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της μελέτης αφορούσε το «Akkermansia muciniphila», ένα βακτήριο που μέχρι σήμερα θεωρείται από τα πιο ωφέλιμα για τη μεταβολική υγεία.
Προς έκπληξη των ερευνητών, τα άτομα που αργότερα εμφάνισαν διαβήτη είχαν υψηλότερα επίπεδα του συγκεκριμένου βακτηρίου. Πώς εξηγείται αυτό;
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι ο ρόλος του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διατροφή. Όταν η πρόσληψη φυτικών ινών είναι επαρκής, το βακτήριο τρέφεται από αυτές και φαίνεται να συμβάλλει στη διατήρηση της υγείας του εντέρου. Αν όμως οι φυτικές ίνες είναι λίγες, ενδέχεται να αρχίσει να διασπά το προστατευτικό στρώμα βλέννας που καλύπτει το έντερο, γεγονός που μπορεί να ευνοήσει τη φλεγμονή και τις μεταβολικές διαταραχές που σχετίζονται με την αντίσταση στην ινσουλίνη.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι το μικροβίωμα δεν πρόκειται να αντικαταστήσει τους γνωστούς παράγοντες κινδύνου, όπως το αυξημένο σωματικό βάρος, το οικογενειακό ιστορικό ή τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Στο μέλλον, όμως, μια ανάλυση του μικροβιώματος θα μπορούσε να λειτουργεί συμπληρωματικά, βοηθώντας τους γιατρούς να εντοπίζουν νωρίτερα ανθρώπους με αυξημένο κίνδυνο και να προτείνουν εγκαίρως παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής. Πριν συμβεί αυτό, τα αποτελέσματα θα πρέπει να επιβεβαιωθούν και σε άλλους πληθυσμούς, ενώ χρειάζονται κοινά πρότυπα για την αξιολόγηση του μικροβιώματος στην κλινική πράξη.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για όλους μας
Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι μπορούμε να αλλάξουμε το μικροβίωμά μας και να αποτρέψουμε τον διαβήτη. Υπενθυμίζει, όμως, κάτι που η επιστήμη επιβεβαιώνει όλο και συχνότερα: η υγεία του εντέρου και ο μεταβολισμός συνδέονται πολύ πιο στενά απ’ όσο πιστεύαμε.
Η διατροφή, και ιδιαίτερα η επαρκής πρόσληψη φυτικών ινών από φρούτα, λαχανικά, όσπρια και δημητριακά ολικής άλεσης, φαίνεται να επηρεάζει όχι μόνο τη σύσταση του μικροβιώματος αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτό αλληλεπιδρά με τον οργανισμό μας. Αν οι μελλοντικές μελέτες επιβεβαιώσουν τα σημερινά ευρήματα, το μικροβίωμα ίσως αποτελέσει ένα ακόμη πολύτιμο εργαλείο για την έγκαιρη πρόληψη του διαβήτη, δίνοντας στους γιατρούς τη δυνατότητα να παρέμβουν πριν ακόμη εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα.



