
Πρόκειται για μια ιδιαίτερη κατηγορία ασθενών, με διακριτά επιδημιολογικά και μοριακά χαρακτηριστικά, η οποία παρουσιάζει αυξανόμενο επιστημονικό ενδιαφέρον.
Υπολογίζεται ότι περίπου το 10-20% των καρκίνων του πνεύμονα στις Ηνωμένες Πολιτείες διαγιγνώσκεται σε άτομα που δεν έχουν καπνίσει ποτέ, ενώ σε ορισμένους ασιατικούς πληθυσμούς το ποσοστό είναι σημαντικά υψηλότερο. Το αδενοκαρκίνωμα αποτελεί τον επικρατέστερο ιστολογικό τύπο σε αυτή την ομάδα ασθενών. Η εμφάνισή του αποδίδεται σε σύνθετη αλληλεπίδραση περιβαλλοντικών και βιολογικών παραγόντων, στους οποίους περιλαμβάνονται η ατμοσφαιρική ρύπανση, η παθητική έκθεση στον καπνό, η επαγγελματική έκθεση και η γενετική προδιάθεση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφορετική μοριακή υπογραφή των αδενοκαρκινωμάτων που αναπτύσσονται σε μη καπνιστές. Σε αυτούς τους όγκους παρατηρείται υψηλότερη συχνότητα συγκεκριμένων ογκογόνων μεταβολών, όπως οι μεταλλάξεις του EGFR και οι αναδιατάξεις των ALK και ROS1, σε σύγκριση με τους όγκους ασθενών με ιστορικό καπνίσματος. Αντίθετα, οι καρκίνοι που σχετίζονται με το κάπνισμα χαρακτηρίζονται συνήθως από υψηλότερο συνολικό φορτίο μεταλλάξεων. Η διάκριση αυτή έχει ουσιαστική κλινική σημασία, καθώς η αναγνώριση θεραπευτικά αξιοποιήσιμων μοριακών μεταβολών επιτρέπει τη χορήγηση στοχευμένων θεραπειών, οι οποίες έχουν μεταβάλει σημαντικά την πρόγνωση συγκεκριμένων υποομάδων ασθενών.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που αναδεικνύονται αφορά τον προσυμπτωματικό έλεγχο, αναφέρουν οι επιστήμονες. «Σήμερα, η αξονική τομογραφία θώρακος χαμηλής δόσης αποτελεί τη μοναδική μέθοδο προσυμπτωματικού ελέγχου που έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη θνησιμότητα από καρκίνο του πνεύμονα σε κατάλληλα επιλεγμένους πληθυσμούς υψηλού κινδύνου, κυρίως βάσει ηλικίας και σημαντικού καπνιστικού ιστορικού. Αντίθετα, για τους μη καπνιστές δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή δεδομένα που να τεκμηριώνουν το όφελος της συστηματικής εφαρμογής αντίστοιχων προγραμμάτων».
Οι ειδικοί σημειώνουν ότι η αναγνώριση των μη καπνιστών που ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αποτελεί επομένως ένα σημαντικό πεδίο έρευνας, με στόχο την ανάπτυξη περισσότερο εξατομικευμένων στρατηγικών έγκαιρης διάγνωσης.
Παράλληλα, η αναφορά οικογενειακού ιστορικού κακοήθειας, όπως πολλαπλού μυελώματος σε συγγενή πρώτου βαθμού, θέτει το ερώτημα της πιθανής κληρονομικής προδιάθεσης. Ωστόσο, η εμφάνιση διαφορετικών κακοηθειών σε μέλη της ίδιας οικογένειας δεν υποδηλώνει απαραίτητα κοινή γενετική αιτιολογία. Παρότι έχουν αναγνωριστεί σπάνιες κληρονομικές μεταβολές που σχετίζονται με αυξημένη προδιάθεση για καρκίνο του πνεύμονα, η πλειονότητα των περιπτώσεων δεν αποδίδεται σε αναγνωρισμένο κληρονομικό σύνδρομο.
Από τα επίσημα ανακοινωθέντα προκύπτει ότι στις 13 Οκτωβρίου 2026 από τον Πάπα Λέοντα ΙΔ’ αφαιρέθηκε ο κάτω λοβός του δεξιού πνεύμονα και διεγνώσθη αδενοκαρκίνωμα του πνεύμονα. Ο όγκος περιεγράφηκε ως μικρός και εντοπισμένος και ανακαλύφθηκε σε εξετάσεις ρουτίνας. Αναμένεται η τελική ιστολογική εξέταση για να διαπιστωθεί εάν είχαν προσβληθεί οι λεμφαδένες. Αν δεν υπάρχει προσβολή των λεμφαδένων από τον καρκίνο και ο όγκος είναι σχετικά μικρός δεν θα χρειαστεί κάποια συμπληρωματική θεραπεία και η πιθανότητα ίασης είναι μεγάλη (80% και πάνω), αναφέρουν οι δύο επιστήμονες.
Καταλήγουν ότι η περίπτωση του Πάπα αναδεικνύει τελικά μια ουσιαστική πρόκληση για τη σύγχρονη ογκολογία, «την ανάγκη καλύτερης κατανόησης των μηχανισμών καρκινογένεσης σε άτομα χωρίς ιστορικό καπνίσματος, αλλά και ανάπτυξης αξιόπιστων μεθόδων αναγνώρισης όσων διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Γιατί, ενώ η μοριακή ανάλυση έχει ήδη επιτρέψει σημαντικά βήματα προς την εξατομίκευση της θεραπείας, η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του πνεύμονα στους μη καπνιστές παραμένει ένα σημαντικό, ακόμη αναπάντητο, επιστημονικό ζητούμενο».
ΑΠΕ-ΜΠΕ / photo: pixabay



