
Όταν κάνουμε εξετάσεις αίματος, η χοληστερόλη είναι από τα πρώτα πράγματα που κοιτάμε. Η LDL, γνωστή και ως «κακή χοληστερόλη» είναι ο δείκτης που εδώ και χρόνια χρησιμοποιείται ευρέως για την εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Μια νέα μελέτη, όμως, φέρνει στο προσκήνιο έναν λιγότερο γνωστό δείκτη, την απολιποπρωτεΐνη Β (apoB).
Σύμφωνα με τους ερευνητές του Northwestern Medicine, η μέτρηση της apoB φαίνεται να προσφέρει πιο ακριβή εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου, σε σύγκριση με την LDL ή τη μη-HDL χοληστερόλη, συμβάλλοντας στον έγκαιρο εντοπισμό ανθρώπων που πιθανόν χρειάζονται πιο εντατική αγωγή για τη μείωση του κινδύνου εμφράγματος και εγκεφαλικού.
Αυτό δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να αλλάξει καθολικά ο τρόπος ελέγχου, υποδηλώνει όμως ότι η εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου μπορεί να είναι πιο ολοκληρωμένη όταν λαμβάνονται υπόψη περισσότεροι από ένας δείκτες.
Τι μετρά η apoB;
Η LDL μάς δείχνει πόση χοληστερόλη περιέχεται στα σωματίδια που κυκλοφορούν στο αίμα. Η apoB, αντίθετα, δίνει μια πιο ακριβή εκτίμηση του αριθμού των σωματιδίων που μπορούν δυνητικά να συμβάλουν στη δημιουργία αθηρωματικής πλάκας στις αρτηρίες.
Πιο απλά, δύο άνθρωποι μπορεί να έχουν παρόμοια επίπεδα LDL, αλλά διαφορετικό αριθμό δυνητικά επιβλαβών σωματιδίων. Όσο περισσότερα είναι αυτά τα σωματίδια, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η πιθανότητα να διεισδύσουν στα τοιχώματα των αρτηριών, να συσσωρευτούν και με τον χρόνο να αυξήσουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων. Γι’ αυτό και η apoB θεωρείται από πολλούς ειδικούς ένας πιο ακριβής τρόπος να εκτιμηθεί το φορτίο των αθηρογόνων σωματιδίων, δηλαδή εκείνων που συμμετέχουν στη διαδικασία της αθηροσκλήρωσης.
Τι έδειξε η νέα μελέτη για τη χοληστερόλη
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο JAMA, δεν ήταν κλινική δοκιμή σε πραγματικούς ασθενείς αλλά ανάλυση κόστους-αποτελεσματικότητας με υπολογιστικό μοντέλο. Οι ερευνητές δημιούργησαν μια προσομοίωση που αντιπροσώπευε 250.000 ενήλικες στις ΗΠΑ, οι οποίοι πληρούσαν τα κριτήρια για θεραπεία με στατίνες αλλά δεν είχαν ήδη διαγνωσμένη καρδιαγγειακή νόσο.
Το μοντέλο εξέτασε τρεις διαφορετικές μετρήσεις για την καθοδήγηση της θεραπείας: την LDL χοληστερόλη (με στόχο κάτω από 100 mg/dL), τη μη-HDL χοληστερόλη (με στόχο κάτω από 118 mg/dL) και την apoB (με στόχο κάτω από 78,7 mg/dL). Όταν τα επίπεδα δεν έφταναν τον επιθυμητό στόχο, η θεραπεία εντατικοποιούνταν, αρχικά με ισχυρότερη στατίνη και στη συνέχεια, όπου χρειαζόταν, με την προσθήκη άλλου φαρμάκου.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, όταν οι αποφάσεις για τη θεραπεία βασίζονταν στην apoB, τα αποτελέσματα φάνηκαν να είναι πιο θετικά, με περισσότερα χρόνια ζωής με καλή ποιότητα και λιγότερα καρδιαγγειακά συμβάντα.
Γιατί δεν χρησιμοποιείται ήδη παντού;
Παρότι η apoB έχει αρχίσει να προσελκύει το ενδιαφέρον των επιστημόνων τα τελευταία χρόνια, δεν αποτελεί ακόμη την πιο συνηθισμένη εξέταση στην καθημερινή κλινική πράξη. Πρόκειται για μια πιο εξειδικευμένη εξέταση, η οποία δεν περιλαμβάνεται συνήθως στο βασικό λιπιδαιμικό προφίλ και χρειάζεται να ζητηθεί ξεχωριστά από τον γιατρό.
Επιπλέον, οι ιατρικές αποφάσεις για τη χοληστερόλη δεν βασίζονται ποτέ μόνο σε μία τιμή. Λαμβάνονται υπόψη η ηλικία, η αρτηριακή πίεση, το κάπνισμα, ο διαβήτης, το οικογενειακό ιστορικό, προηγούμενα καρδιαγγειακά επεισόδια και συνολικά ο κίνδυνος του κάθε ανθρώπου.



