
Το να πίνουμε νερό λίγο πριν ή κατά τη διάρκεια του γεύματος πρόκειται για μία από τις πιο διαδεδομένες συμβουλές για όσους θέλουν να περιορίσουν τις ποσότητες που καταναλώνουν. Η εξήγηση μοιάζει λογική, καθώς το νερό ενισχύει το αίσθημα κορεσμού, με αποτέλεσμα να τρώμε μικρότερες μερίδες.
Πρόσφατη μελέτη ωστόσο, αμφισβητεί αυτή την υπόθεση και μάλιστα, αποκαλύπτει ότι άνθρωποι που έπιναν περισσότερο νερό κατά τη διάρκεια του γεύματος έτειναν να καταναλώνουν περισσότερο φαγητό και άρα περισσότερες θερμίδες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το νερό οδηγεί σε υπερκατανάλωση τροφής. Η μελέτη ανέδειξε μια συσχέτιση και δεν τεκμηριώνει σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Ωστόσο, θέτει υπό αμφισβήτηση την ιδέα ότι ένα ποτήρι νερό στο τραπέζι είναι αρκετό για να περιορίσει την όρεξη.
Τι εξέτασαν οι ερευνητές
Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Appetite, βασίστηκε σε δευτερογενή ανάλυση δύο προηγούμενων πειραμάτων, στα οποία συμμετείχαν 86 ενήλικες, οι οποίοι έφαγαν δύο διαφορετικά γεύματα ο καθένας σε εργαστηριακό περιβάλλον (συνολικά 172 γεύματα).
Οι συμμετέχοντες έλαβαν μια μεγάλη μερίδα μοσχαριού με τσίλι ή κοτόπουλου τίκα μασάλα και νερό. Μπορούσαν να φάνε και να πιουν όσο ήθελαν, ενώ οι ερευνητές ζύγιζαν τις ποσότητες πριν και μετά το γεύμα. Παράλληλα, κατέγραφαν σε βίντεο κάθε μπουκιά και κάθε γουλιά. Για κάθε επιπλέον 100 γραμμάρια νερού (ποσότητα που αντιστοιχεί σε 100 ml), οι συμμετέχοντες φάνηκαν να καταναλώνουν κατά μέσο όρο 39 γραμμάρια περισσότερο φαγητό και περίπου 49 επιπλέον θερμίδες.
Η εναλλαγή ανάμεσα σε νερό και φαγητό
Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης πόσο συχνά οι συμμετέχοντες άφηναν το πιρούνι για να πιουν νερό. Οι συχνότερες εναλλαγές ανάμεσα σε μπουκιές και γουλιές συνδέθηκαν επίσης με μεγαλύτερη κατανάλωση φαγητού.
Μια πιθανή εξήγηση σχετίζεται με τον λεγόμενο αισθητηριακό κορεσμό. Καθώς τρώμε το ίδιο φαγητό, η γεύση του σταδιακά γίνεται λιγότερο ελκυστική και αυτό συμβάλλει στον τερματισμό του γεύματος. Μια γουλιά νερό μπορεί να διακόπτει προσωρινά αυτή τη διαδικασία, «καθαρίζοντας» τον ουρανίσκο και κάνοντας την επόμενη μπουκιά πιο απολαυστική.
Πρόκειται, ωστόσο, μόνο για μια πιθανή ερμηνεία. Ο αισθητηριακός κορεσμός δεν μετρήθηκε άμεσα στη συγκεκριμένη μελέτη. Επιπλέον, παρατηρήθηκε ότι όσοι έπιναν το νερό πιο γρήγορα έτειναν να καταναλώνουν λιγότερο φαγητό, χωρίς οι ερευνητές να μπορούν ακόμη να εξηγήσουν με βεβαιότητα τον λόγο.
Στην πράξη
Όπως αναφέρθηκε, οι συμμετέχοντες δεν ακολουθούσαν συγκεκριμένες οδηγίες όσον αφορά την κατανάλωση νερού και φαγητού. Ο καθένας επέλεγε πόσο νερό θα πιει, επομένως είναι πιθανό όσοι έτρωγαν περισσότερο να χρειάζονταν απλώς και περισσότερο νερό. Τα γεύματα ήταν επίσης συγκεκριμένα και καταναλώθηκαν σε ελεγχόμενο εργαστηριακό περιβάλλον, γεγονός που περιορίζει την δυνατότητα γενίκευσης των ευρημάτων στην καθημερινή ζωή.
Η συγκεκριμένη μελέτη δεν δίνει μια οριστική απάντηση, δείχνει όμως ότι η σχέση ανάμεσα στην ενυδάτωση, τον κορεσμό και στην ποσότητα φαγητού που καταναλώνουμε είναι πιο σύνθετη απ’ όσο πιστεύαμε. Το νερό είναι απαραίτητο για την ενυδάτωσή μας. Όταν, όμως, ο στόχος είναι η διαχείριση του βάρους, μεγαλύτερη σημασία έχει το σύνολο των διατροφικών μας συνηθειών (τι επιλέγουμε, σε ποιες ποσότητες και πόσο γρήγορα τρώμε) και όχι μια μεμονωμένη κίνηση. Η όρεξη, άλλωστε, δεν ρυθμίζεται με μία μόνο γουλιά.



