Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Χοληστερόλη και αθηροσκλήρωση: Τι ισχύει για μια διατροφή με πολλά κορεσμένα λιπαρά; – HealthyLiving.gr

Νέες αναλύσεις από τη νορβηγική τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή CARBFUNC

Τι έχει βρει συνολικά η έρευνα για τις δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων, υψηλών κορεσμένων λιπαρών και τον καρδιαγγειακό κίνδυνο

Η μελέτη CARBFUNC δεν είναι μια απομονωμένη περίπτωση. Έρχεται να προστεθεί σε ένα σώμα ερευνών που εδώ και χρόνια προσπαθεί να απαντήσει σε ένα ερώτημα που διχάζει: είναι οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων και υψηλών λιπαρών —ιδιαίτερα όταν τα λιπαρά είναι κορεσμένα— επικίνδυνες για την καρδιά ή όχι; Η απάντηση που προκύπτει από τη συνολική βιβλιογραφία είναι πιο σύνθετη από ένα απλό «ναι» ή «όχι», και εξαρτάται από το τι μετράμε, σε ποιον πληθυσμό και για πόσο καιρό.

1. Η LDL χοληστερόλη δεν είναι ένας ενιαίος δείκτης

Η παραδοσιακή ανησυχία για τα κορεσμένα λιπαρά βασίζεται στην ικανότητά τους να αυξάνουν την LDL χοληστερόλη (LDL-C) . Ωστόσο, η σύγχρονη έρευνα έχει δείξει ότι η LDL-C είναι ένα ατελές μέτρο κινδύνου, επειδή δεν λαμβάνει υπόψη το μέγεθος και την πυκνότητα των σωματιδίων LDL. Τα μικρά, πυκνά σωματίδια LDL (sdLDL) θεωρούνται πιο αθηρογόνα από τα μεγάλα, λιγότερο πυκνά σωματίδια. Η CARBFUNC έδειξε ότι η αύξηση της LDL-C στη δίαιτα υψηλών κορεσμένων λιπαρών οφειλόταν κυρίως σε μεγαλύτερα σωματίδια, ενώ τα μικρά, πυκνά δεν άλλαξαν σημαντικά. Αυτό είναι σύμφωνο με μια ευρύτερη βιβλιογραφία που δείχνει ότι η κατανάλωση λίπους, και ειδικά κορεσμένου, τείνει να αυξάνει τα μεγάλα, buoyant σωματίδια LDL και/ή να μειώνει τα μικρά, πυκνά. Μια κριτική ανασκόπηση στο Journal of the American College of Cardiology (JACC) κατέληξε ότι στα περισσότερα άτομα, η αύξηση της LDL-C από τα κορεσμένα λιπαρά δεν οφείλεται σε αύξηση των μικρών, πυκνών σωματιδίων, αλλά σε μεγαλύτερα σωματίδια, τα οποία σχετίζονται πολύ ασθενέστερα με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

2. Η apoB είναι ο «αληθινός» δείκτης — και η CARBFUNC δείχνει ότι δεν αυξάνεται

Η απολιποπρωτεΐνη B (apoB) είναι η πρωτεΐνη που βρίσκεται σε κάθε αθηρογόνο σωματίδιο (LDL, VLDL, IDL, Lp(a)) και θεωρείται από πολλούς ερευνητές ο καλύτερος μονοδιάστατος δείκτης καρδιαγγειακού κινδύνου, ακριβέστερος από την LDL-C.

Το εύρημα της CARBFUNC ότι η apoB δεν αυξήθηκε σημαντικά στη δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων/υψηλών κορεσμένων λιπαρών είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Αυτό υποδηλώνει ότι, παρά την αύξηση της LDL-C, ο αριθμός των αθηρογόνων σωματιδίων —που είναι αυτό που πραγματικά «τρυπά» τις αρτηρίες— δεν αυξήθηκε.

Ωστόσο, δεν συμφωνούν όλες οι μελέτες. Μια μετα-ανάλυση 20 τυχαιοποιημένων δοκιμών σε κετογονικές δίαιτες βρήκε ότι η LDL-C αυξήθηκε κατά μέσο όρο +12,2 mg/dL, αλλά η επίδραση στην apoB ήταν πιο μεταβλητή. Μια άλλη μελέτη ανέφερε ότι σε ορισμένους ανθρώπους —τους λεγόμενους «lean mass hyper-responders» — τόσο η LDL-C όσο και η apoB αυξάνονται σημαντικά σε κετογονική δίαιτα, απαιτώντας προσοχή.

3. Τα τριγλυκερίδια και η HDL βελτιώνονται σταθερά

Ένα από τα πιο σταθερά ευρήματα σε όλη τη βιβλιογραφία είναι ότι οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων μειώνουν τα τριγλυκερίδια και αυξάνουν την HDL χοληστερόλη. Η CARBFUNC επιβεβαίωσε αυτό το μοτίβο με εντυπωσιακά ποσοστά: μείωση τριγλυκεριδίων 20–35% και αύξηση HDL 5–18%. Αυτές οι αλλαγές είναι σημαντικές επειδή τα υψηλά τριγλυκερίδια και η χαμηλή HDL αποτελούν βασικά συστατικά του μεταβολικού συνδρόμου και της αντίστασης στην ινσουλίνη, καταστάσεις που συνδέονται στενά με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Μια ανασκόπηση στο BMJ επισημαίνει ότι οι δίαιτες LCHF (Low-Carbohydrate High-Fat) μειώνουν τα τριγλυκερίδια, την apoB και τα μικρά, πυκνά LDL, ενώ αυξάνουν την HDL-C, οδηγώντας σε βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ.

4. Οι μακροπρόθεσμες κλινικές εκβάσεις παραμένουν ασαφείς

Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Ενώ οι βραχυπρόθεσμοι δείκτες (λιπίδια, γλυκόζη, βάρος) συχνά βελτιώνονται, τα δεδομένα για σκληρές κλινικές εκβάσεις (καρδιαγγειακά επεισόδια, θάνατος) είναι περιορισμένα και ανάμεικτα. Μια συστηματική ανασκόπηση 24 μελετών με >47.000 συμμετέχοντες (BMC Cardiovascular Disorders, 2026) βρήκε ότι οι κετογονικές δίαιτες αυξάνουν την LDL-C και τη συνολική χοληστερόλη, αλλά βελτιώνουν το βάρος, τη γλυκαιμική ρύθμιση και την αρτηριακή πίεση. Ωστόσο, τα δεδομένα για την αθηροσκλήρωση ήταν περιορισμένα και ανάμεικτα, και η θνησιμότητα από καρδιαγγειακά αίτια δεν μειώθηκε με σαφή τρόπο. Μια άλλη ανάλυση βρήκε ότι η προσκόλληση σε κετογονικό πρότυπο διατροφής σχετίστηκε με χαμηλότερη συνολική θνησιμότητα, αλλά όχι με σημαντική μείωση της καρδιαγγειακής θνησιμότητας.

5. Η ασβέστωση των στεφανιαίων: Ένα «σκληρό» καταληκτικό σημείο που δεν επιδεινώθηκε

Η CARBFUNC είναι από τις λίγες μελέτες που εξέτασαν άμεσα την ασβέστωση των στεφανιαίων αρτηριών (CAC) με αξονική τομογραφία —έναν δείκτη υποκλινικής αθηροσκλήρωσης. Το εύρημα ότι δεν υπήρξε σαφής αύξηση στη δίαιτα υψηλών κορεσμένων λιπαρών και καμία διαφορά μεταξύ των ομάδων είναι καθησυχαστικό, αν και η διάρκεια των 12 μηνών είναι σχετικά μικρή για να ανιχνεύσει αλλαγές στην ασβεστοποίηση. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με ορισμένες προηγούμενες ανησυχίες ότι οι δίαιτες υψηλών λιπαρών θα επιτάχυναν την αθηροσκλήρωση.

6. Η «ατομική διακύμανση» είναι τεράστια

Ένα κρίσιμο σημείο που αναδεικνύεται από τη συνολική έρευνα είναι ότι η απόκριση στα κορεσμένα λιπαρά είναι εξαιρετικά ατομική. Ο όρος «lean mass hyper-responder» (LMHR) περιγράφει άτομα —συνήθως αδύνατα και μεταβολικά υγιή— των οποίων η LDL-C και η apoB εκτοξεύονται σε κετογονική δίαιτα, μερικές φορές σε επίπεδα που μιμούνται οικογενή υπερχοληστερολαιμία. Αντίθετα, σε άτομα με παχυσαρκία και αντίσταση στην ινσουλίνη —όπως ο πληθυσμός της CARBFUNC— η δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων μπορεί να βελτιώσει το συνολικό προφίλ κινδύνου, παρά την ήπια αύξηση της LDL-C. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει μια ενιαία απάντηση για όλους: η ίδια δίαιτα μπορεί να είναι ευεργετική για έναν άνθρωπο με μεταβολικό σύνδρομο και δυνητικά επιβλαβής για έναν αδύνατο «hyper-responder».

Μια υπόθεση που χρειάζεται εξατομίκευση, όχι δόγμα

Η συνολική εικόνα που προκύπτει από την έρευνα είναι ότι οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων και υψηλών κορεσμένων λιπαρών δεν είναι ούτε «κακές» ούτε «καλές» εκ προοιμίου. Έχουν σαφή οφέλη σε ορισμένους δείκτες: τριγλυκερίδια, HDL, γλυκόζη, βάρος, αρτηριακή πίεση. Έχουν αμφιλεγόμενη επίδραση στην LDL-C, η οποία συχνά αυξάνεται αλλά κυρίως μέσω μεγαλύτερων σωματιδίων που σχετίζονται λιγότερο με κίνδυνο. Και έχουν αβέβαιη επίδραση στις μακροπρόθεσμες κλινικές εκβάσεις, όπου τα δεδομένα είναι περιορισμένα και ανάμεικτα. Το κλειδί, όπως δείχνει η CARBFUNC και η ευρύτερη βιβλιογραφία, είναι η εξατομικευμένη αξιολόγηση: μέτρηση apoB (όχι μόνο LDL-C), παρακολούθηση της μεταβολικής υγείας στο σύνολό της, και επίγνωση ότι η ίδια διατροφή μπορεί να έχει διαφορετικές συνέπειες σε διαφορετικούς ανθρώπους.

Ο Dankel τονίζει ότι χρειάζεται περισσότερη έρευνα για το τι σημαίνουν οι συνδυασμένες αλλαγές σε αρκετές τιμές λιπιδίων του αίματος και παράγοντες κινδύνου για τη μακροπρόθεσμη υγεία, όταν οι άνθρωποι προσαρμόζονται σε μια δίαιτα χαμηλή σε υδατάνθρακες και υψηλότερη σε κορεσμένα λιπαρά. «Αλλά η μελέτη αμφισβητεί την άποψη ότι μια υψηλότερη πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών έχει εγγενή αρνητικό αντίκτυπο στον συνολικό κίνδυνο ασθένειας».

Περισσότερες πληροφορίες: Cathrine Loddervik et al., Lipid dynamics and cardiovascular risk profiles on carbohydrate- or saturated fat-based diets: secondary analysis of the CARBFUNC trial, eBioMedicine (2026). DOI: 10.1016/j.ebiom.2026.106524.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.healthyliving.gr/2026/10/28/xolhsterolh-athirosklhrosh-lipara-ydatanthrakes-6/ ανήκει στο ΔΙΑΤΡΟΦΗ Archives – HealthyLiving.gr .
‹ ›