
Η πτώση της θερμοκρασίας αλλάζει την καθημερινότητα και τις συνήθειές μας… Φοράμε επιπλέον ρούχα, κλείνουμε τα παράθυρα, αναζητούμε τη ζέστη των κλειστών χώρων. Τώρα, μια νέα μελέτη στρέφει τη προσοχή μας στις επιδράσεις αυτής της αλλαγής στην υγεία, εξετάζοντας τη σχέση του καιρού με τις καρδιακές ανακοπές που συμβαίνουν εκτός νοσοκομείου. Αναλύοντας περισσότερα από 114.000 περιστατικά στην Ουγγαρία, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τις ημέρες με χαμηλότερες θερμοκρασίες καταγράφονταν περισσότερα περιστατικά.
Για να φτάσουν σε αυτά τα ευρήματα, η ερευνητική ομάδα, με τη συμμετοχή του Πανεπιστημίου Semmelweis της Βουδαπέστης και της ουγγρικής υπηρεσίας ασθενοφόρων, συνέκρινε τις εξωνοσοκομειακές καρδιακές ανακοπές από τον Νοέμβριο του 2018 έως τον Δεκέμβριο του 2023, με στοιχεία για τη θερμοκρασία, τον άνεμο, την ατμοσφαιρική πίεση, την υγρασία και την ποιότητα του αέρα της ίδιας περιόδου.
Πώς συνδέονται κρύο και ανακοπές;
Η θερμοκρασία αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες. Για κάθε μείωση κατά έναν βαθμό Κελσίου στη μέση θερμοκρασία, ο ημερήσιος αριθμός καρδιακών ανακοπών ήταν κατά μέσο όρο 1,4% υψηλότερος. Κατά την σύγκριση των εποχών, τα περιστατικά φάνηκαν να είναι σχεδόν 18% περισσότερα τον χειμώνα από ό,τι το καλοκαίρι.
Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι μια απότομη πτώση άνω των 5 βαθμών μέσα σε μία ημέρα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως προειδοποιητική ένδειξη για ένα μελλοντικό σύστημα πρόβλεψης. Ωστόσο, η συσχέτιση δεν περιοριζόταν στις ξαφνικές μεταβολές. Περισσότερες ανακοπές καταγράφονταν τόσο τις ημέρες που η θερμοκρασία έπεφτε απότομα όσο και γενικότερα τις κρύες ημέρες.
Γιατί έχει σημασία η πρόβλεψη
Η επίδραση μιας αλλαγής στις καιρικές συνθήκες δεν εμφανιζόταν πάντοτε την ίδια ημέρα. Σύμφωνα με την ανάλυση, η αύξηση των περιστατικών μπορούσε να φανεί έως και τρεις ημέρες αργότερα. Με βάση αυτά τα δεδομένα, οι ερευνητές δημιούργησαν ένα μοντέλο που εκτιμά πότε ο αριθμός των καρδιακών ανακοπών στη χώρα είναι πιθανό να ξεπεράσει τον συνήθη μέσο όρο.
Μια τέτοια πρόβλεψη αφορά τον αναμενόμενο αριθμό περιστατικών στον πληθυσμό και δεν μπορεί να προβλέψει αν ένα συγκεκριμένο άτομο θα πάθει καρδιακή ανακοπή. Αν αξιοποιηθεί στο μέλλον σε σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης, θα μπορούσε να δώσει σε ασθενοφόρα και νοσοκομεία χρόνο να προετοιμαστούν για αυξημένη ζήτηση.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για ένα επείγον περιστατικό όπου κάθε λεπτό μετρά. Στην Ευρώπη καταγράφονται κάθε χρόνο περίπου 67 έως 170 εξωνοσοκομειακές καρδιακές ανακοπές ανά 100.000 κατοίκους, ενώ η επιβίωση παραμένει κάτω από 10%. Η καλύτερη προετοιμασία των υπηρεσιών υγείας και η γρήγορη παροχή βοήθειας μπορούν να κάνουν τη διαφορά στην περίπτωση ανακοπής.


