
Από το τι θα φάμε μέχρι το αν θα αλλάξουμε δουλειά, οι αποφάσεις μας μοιάζουν να ακολουθούν μια γνώριμη εσωτερική διαδρομή. Συγκεντρώνουμε τις επιλογές μας, τις εξετάζουμε, καταλήγουμε κάπου και τελικά ενεργούμε. Η εμπειρία αυτή είναι τόσο άμεση, ώστε θεωρούμε σχεδόν αυτονόητο ότι κάπου στον εγκέφαλο υπάρχει ένα σύστημα που συγκεντρώνει τις πληροφορίες, «αποφασίζει» και στέλνει την εντολή για δράση.
Μια νέα θεωρητική προσέγγιση στη γνωστική νευροεπιστήμη έρχεται όμως να την αμφισβητήσει. Σύμφωνα με τον νευροεπιστήμονα Thomas W. James, ο εγκέφαλος μπορεί να οδηγεί σε συμπεριφορές που φαίνεται να προκύπτουν από μια απόφαση, χωρίς να υπάρχει ένα ξεχωριστό «κεντρικό σύστημα λήψης αποφάσεων».
Οι αποφάσεις μέσα από το «μοντέλο του σάντουιτς»
Συνήθως ορίζουμε τη λήψη αποφάσεων ως μια γραμμική ακολουθία. Πρώτα οι αισθήσεις συλλέγουν πληροφορίες από το περιβάλλον, έπειτα παρεμβάλλεται ένα στάδιο σκέψης και επιλογής και, τέλος, τα κινητικά συστήματα μετατρέπουν την απόφαση σε πράξη. Η προσέγγιση αυτή ονομάζεται συχνά «μοντέλο του σάντουιτς» (sandwich model), επειδή το γνωστικό στάδιο τοποθετείται ανάμεσα στην αντίληψη και την κίνηση.
Στο άρθρο του στο Journal of Cognitive Neuroscience, ο Thomas W. James υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη διαδρομή δεν ανταποκρίνεται πλήρως στον τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου. Οι αισθητηριακοί και οι κινητικοί μηχανισμοί μπορούν να μελετηθούν ως φυσικές διεργασίες. Δεν έχει εντοπιστεί, όμως, ένα αντίστοιχο κεντρικό σύστημα που δέχεται τα δεδομένα, αποφασίζει αυτόνομα και στη συνέχεια δίνει το έναυσμα στο σώμα να κινηθεί.
Η επιλογή ως αποτέλεσμα μιας δυναμικής διαδικασίας
Στη θέση του γραμμικού μοντέλου, προτείνεται μια πιο σύνθετη προσέγγιση. Όσα βλέπουμε και ακούμε, η στάση και η κίνηση του σώματος, οι πρότερες εμπειρίες και οι μεταβολές στο περιβάλλον αλληλεπιδρούν συνεχώς. Μέσα από αυτή τη δυναμική διαδικασία αναδύεται η επιλογή της κατάλληλης δράσης.
Φανταστείτε, για παράδειγμα, ότι περπατάτε σε ένα πολυσύχναστο πεζοδρόμιο. Δεν χρειάζεται να σταματάτε διαρκώς για να υπολογίσετε συνειδητά κάθε βήμα. Η κατεύθυνση του βλέμματος, η ισορροπία και η θέση του σώματος στο περιβάλλον συντονίζονται σε πραγματικό χρόνο, επιτρέποντάς σας να αλλάζετε πορεία. Η συμπεριφορά έχει συνοχή και στόχο, παρότι δεν απαιτεί μια ξεχωριστή απόφαση για κάθε κίνηση.
Ο νευροεπιστήμονας χρησιμοποίησε και το παράδειγμα ενός απλού ρομπότ που κινείται παράλληλα σε έναν τοίχο, διατηρώντας σταθερή απόσταση από αυτόν. Η συμπεριφορά του φαίνεται σκόπιμη, χωρίς να υπάρχει στο εσωτερικό του κάποιο κεντρικό σύστημα λήψης αποφάσεων. Οι αισθητήρες, η κίνηση και το περιβάλλον αρκούν για να παραχθεί μια στοχευμένη δράση.
Υπάρχουν, λοιπόν, οι αποφάσεις;
Η νέα θεωρία δεν ακυρώνει την εμπειρία της επιλογής. Σύμφωνα με τον ίδιο, η έννοια της απόφασης παραμένει χρήσιμη για να περιγράφουμε τη συμπεριφορά μας, όπως λέμε ότι «μια οικογένεια αποφάσισε να μετακομίσει», παρότι η απόφαση προέκυψε από συζητήσεις, σκέψεις και επιθυμίες διαφορετικών μελών. Η λέξη αποδίδει συνοπτικά το αποτέλεσμα, χωρίς να εξηγεί κάθε επιμέρους διαδικασία που οδήγησε σε αυτό.
Με παρόμοιο τρόπο, η φράση «πήρα μια απόφαση» μπορεί να περιγράφει με ακρίβεια την εμπειρία μας, αλλά να μην αποτελεί από μόνη της νευροβιολογική εξήγηση.
Μια θεωρία που μένει να δοκιμαστεί
Το άρθρο παρουσιάζει ένα θεωρητικό επιχείρημα και όχι ένα νέο πείραμα που αποδεικνύει ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται με αυτόν τον τρόπο. Δεν αναιρεί επίσης το ζήτημα της προσωπικής επιλογής ή της ευθύνης.
Προτείνει κυρίως μια διαφορετική κατεύθυνση για την έρευνα, προτρέποντας τους επιστήμονες να μελετούν τις αποφάσεις των ανθρώπων σε πιο ρεαλιστικές συνθήκες, όχι μόνο σε εργαστήρια, όπου οι συμμετέχοντες πατούν προκαθορισμένα κουμπιά, αλλά και σε καταστάσεις όπου κινούνται, μαθαίνουν και προσαρμόζονται στο περιβάλλον τους.



