Σε μια εποχή όπου η υπέρταση (υψηλή αρτηριακή πίεση) εμφανίζεται ολοένα και συχνότερα σε νεαρούς ενήλικες, μια νέα μελέτη έρχεται να ανατρέψει όσα θεωρούσαμε δεδομένα για την άσκηση και τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης. Ενώ το τρέξιμο και η προπόνηση με βάρη θεωρούνται κλασικές επιλογές για τη βελτίωση της καρδιαγγειακής υγείας, οι ερευνητές στράφηκαν σε μια λιγότερο αναμενόμενη δραστηριότητα: το μποξ. Και τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά.
Μόλις έξι εβδομάδες προπόνησης, τρεις φορές την εβδομάδα, ήταν αρκετές για να καταγράψουν οι συμμετέχοντες σημαντικές μειώσεις στην αρτηριακή τους πίεση, μειώσεις που, σύμφωνα με τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα, θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε σημαντικά χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο στο μέλλον.
Το πρόβλημα της «σιωπηλής» υπέρτασης στους νέους
Η υψηλή αρτηριακή πίεση αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα και εγκεφαλικό, παθήσεις που ευθύνονται για περισσότερους από 17 εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως κάθε χρόνο. Στους νεαρούς ενήλικες, η υπέρταση συχνά περνά απαρατήρητη. Παρότι οι συστάσεις αναγνωρίζουν ότι η άσκηση μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στα πρώιμα στάδια, το ερώτημα παραμένει: ποια μορφή άσκησης είναι πραγματικά πιο αποτελεσματική;
Η ομάδα των ερευνητών από το University of Texas αποφάσισε να εξετάσει αν το μποξ θα μπορούσε να αποτελέσει μια ισχυρή εναλλακτική.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι συμμετέχοντες που προπονήθηκαν στο μποξ είδαν κατά μέσο όρο μια μείωση περίπου 16 μονάδων στη συστολική και 10 στη διαστολική πίεση. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι, παρότι η μελέτη είναι μικρή και χρειάζεται επιβεβαίωση σε μεγαλύτερους πληθυσμούς, τα ευρήματα αποτελούν μια ενθαρρυντική πρώτη ένδειξη για το πώς ένα σύντομο, δομημένο πρόγραμμα υψηλής έντασης μπορεί να επηρεάσει την αρτηριακή πίεση σε νεαρούς ενήλικες με πρώιμη υπέρταση.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Στην μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Sports, συμμετείχαν 24 νεαροί ενήλικες, άνδρες και γυναίκες, με μέσο όρο ηλικίας περίπου 25 ετών. Όλοι οι συμμετέχοντες παρουσίαζαν τιμές αρτηριακής πίεσης εντός του εύρους της αυξημένης πίεσης ή της πρώιμης υπέρτασης.
Κανείς δεν λάμβανε φαρμακευτική αγωγή ούτε είχε υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο και δεν γυμναζόταν συστηματικά. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία είτε στην ομάδα μποξ είτε στην ομάδα ελέγχου (με ήπιες ασκήσεις κινητικότητας, ισορροπίας και διατάσεων). Ο ερευνητής που πραγματοποιούσε τις μετρήσεις δεν ήξερε σε ποια ομάδα ανήκε ο καθένας.
Το πρόγραμμα προπόνησης στο μποξ
Κάθε συνεδρία περιλάμβανε:
- 10 γύρους των 3 λεπτών
- Χτυπήματα σε βαρύ σάκο του μποξ
- 1 λεπτό διάλειμμα ανάμεσα στους γύρους
- Τα πρώτα 3 λεπτά στο 95% της μέγιστης προσπάθειας
- Τα επόμενα 7 λεπτά στο 60%
- Συνολική διάρκεια περίπου 40 λεπτά με το ζέσταμα
Η ομάδα ελέγχου ακολούθησε το ίδιο πρόγραμμα συχνότητας, αλλά με ήπιες ασκήσεις.
Πριν και μετά το πέρας των έξι εβδομάδων, οι ερευνητές πραγματοποίησαν ένα ολοκληρωμένο σύνολο μετρήσεων που περιλάμβανε μεταξύ άλλων μετρήσεις αρτηριακής πίεσης, υπερηχογράφημα για την ελαστικότητα των αρτηριών, εκτίμηση της πίεσης στην αορτή, έναν πιο ακριβή δείκτη κινδύνου από την κλασική μέτρηση στο χέρι.
Χαμηλότερη πίεση και όχι μόνο
Οι αλλαγές που παρατηρήθηκαν δεν περιορίστηκαν στις τιμές της αρτηριακής πίεσης. Οι αρτηρίες στα χέρια και τα πόδια εμφάνισαν αισθητή βελτίωση στην ικανότητά τους να διαστέλλονται ως απόκριση στην αυξημένη ροή αίματος, ενώ στην ομάδα ελέγχου οι αντίστοιχες τιμές παρέμειναν σταθερές ή παρουσίασαν μικρή επιδείνωση.
Παράλληλα, τα επίπεδα νιτρικού οξειδίου (ενός μορίου που βοηθά τα αγγεία να χαλαρώνουν και να παραμένουν ανοιχτά) αυξήθηκαν στην ομάδα του μποξ, την ώρα που η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP), ένας καθιερωμένος δείκτης φλεγμονής, μειώθηκε. Στην ομάδα ελέγχου δεν παρατηρήθηκαν αντίστοιχες μεταβολές.
Σημαντική ήταν και η πτώση της εκτιμώμενης πίεσης στην αορτή, η οποία μειώθηκε κατά περίπου οκτώ μονάδες, μια αλλαγή που θεωρείται κλινικά ουσιαστική. Αντίθετα, η αρτηριακή δυσκαμψία δεν παρουσίασε μεταβολή, κάτι που οι ερευνητές αναφέρουν ως αναμενόμενο, καθώς τέτοιου είδους δομικές αλλαγές στα μεγάλα αγγεία συνήθως απαιτούν προγράμματα μεγαλύτερης διάρκειας.


