Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Μακροζωία: Ψάξε τα γονίδια

Είναι τελικά θέμα τύχης, τρόπου ζωής ή καλών γονιδίων το πόσα χρόνια θα ζήσουμε; Μια νέα επιστημονική έρευνα επαναφέρει τη γενετική στο προσκήνιο, αμφισβητώντας παλαιότερες εκτιμήσεις που υποβάθμιζαν τον ρόλο της. Μελετώντας δεδομένα δεκαετιών, οι επιστήμονες υποστηρίζουν τώρα ότι τα γονίδιά μας ίσως καθορίζουν τη διάρκεια της ζωής μας πολύ περισσότερο από όσο πιστεύαμε.

Κάποιοι αποδίδουν τη μακροζωία τους σε ένα ποτηράκι ουίσκι το βράδυ, άλλοι στο ότι έζησαν μια «ήσυχη ζωή» χωρίς ρίσκα. Ωστόσο, σύμφωνα με νέα επιστημονικά δεδομένα, το πιο καθοριστικό μυστικό για το πόσο θα ζήσει κάποιος μπορεί να είναι πολύ πιο απλό και λιγότερο ρομαντικό, γράφει ο Guardian: η γενετική του προδιάθεση.

Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science, ερευνητές από το ερευνητικό Ινστιτούτο Weizmann του Ισραήλ και από το Karolinska της Σουηδίας εξηγούν ότι οι μέχρι σήμερα προσπάθειες να υπολογιστεί η γενετική συμβολή στο προσδόκιμο ζωής είχαν ένα σοβαρό μεθοδολογικό κενό: δεν λάμβαναν επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι πολλές ζωές τερματίζονται πρόωρα από αιτίες ανεξάρτητες του οργανισμού, όπως ατυχήματα, δολοφονίες, λοιμώδη νοσήματα ή άλλους παράγοντες που δεν σχετίζονται άμεσα με τη βιολογική γήρανση. Αυτή η «εξωγενής θνησιμότητα» αυξάνεται με την ηλικία, καθώς οι άνθρωποι γίνονται πιο ευάλωτοι.

Ο επικεφαλής της έρευνας, καθηγητής Γιούρι Αλον και οι συνεργάτες του υποστηρίζουν στη μελέτη ότι, εξαιτίας αυτού του φαινομένου, η πραγματική επίδραση των γονιδίων στη μακροζωία έχει έως σήμερα υποτιμηθεί. Η ομάδα επικεντρώθηκε στην έννοια της «κληρονομικότητας», δηλαδή στο ποσοστό της διαφοροποίησης ενός χαρακτηριστικού, όπως το ύψος, το βάρος ή η διάρκεια ζωής, που οφείλεται στα γονίδια και όχι στο περιβάλλον.


Μέχρι τώρα, οι σχετικές μελέτες για τη συμβολή της κληρονομικότητας στη διάρκεια ζωής του ανθρώπου έδιναν πολύ διαφορετικά αποτελέσματα, με εκτιμήσεις που κυμαίνονταν από μόλις 6% έως 33% γενετικής επίδρασης, σημειώνει ο ο Guardian. Σύμφωνα όμως με τον Αλον, αυτά τα ποσοστά είναι χαμηλότερα από την πραγματικότητα. «Ελπίζω αυτή η εργασία να ωθήσει τους ερευνητές σε μια βαθύτερη αναζήτηση των γονιδίων που επηρεάζουν το προσδόκιμο ζωής», είπε ο ίδιος στον Guardian. «Αυτά τα γονίδια θα μας αποκαλύψουν τους μηχανισμούς που ρυθμίζουν το εσωτερικό μας ρολόι. Και ίσως κάποτε μπορέσουμε να τα αξιοποιήσουμε θεραπευτικά, επιβραδύνοντας τη γήρανση και, μαζί της, όλες τις ασθένειες που σχετίζονται με την ηλικία».

Οι επιστήμονες ανέπτυξαν ένα μαθηματικό μοντέλο που συνυπολογίζει τόσο την εξωγενή θνησιμότητα όσο και τη βιολογική γήρανση. Το μοντέλο «βαθμονομήθηκε» με δεδομένα από ιστορικές βάσεις χιλιάδων διδύμων στη Δανία και τη Σουηδία, όπου οι συσχετισμοί στη διάρκεια ζωής είναι καλά τεκμηριωμένοι. Αφαιρώντας την επίδραση των εξωτερικών αιτιών θανάτου, οι ερευνητές κατάφεραν να απομονώσουν την «καθαρή» βιολογική γήρανση, η οποία συνδέεται με την κληρονομικότητα


Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: Περίπου το μισό προσδόκιμο ζωής μας είναι «γραμμένο» στα γονίδιά μας.

Το υπόλοιπο μισό, σύμφωνα με τους ερευνητές, εξηγείται από τυχαίους βιολογικούς παράγοντες και περιβαλλοντικές επιδράσεις.


«Εκεί εντάσσονται όλοι οι “συνήθεις ύποπτοι”: τρόπος ζωής, διατροφή, άσκηση, κοινωνικές σχέσεις, περιβάλλον και πολλά ακόμη», εξηγεί στον Guardian ο Μπεν Σένχαρ, συν-συγγραφέας της μελέτης, σημειώνοντας ότι αυτοί οι παράγοντες πιθανότατα αποκτούν μεγαλύτερη σημασία όσο μεγαλώνουμε.

Τα ευρήματα συμπίπτουν και με δεδομένα από αμερικανική μελέτη που αφορούσε υπεραιωνόβια αδέλφια, στην οποία και πάλι η κληρονομικότητα της μακροζωίας υπολογίστηκε κοντά στο 50%. Επιπλέον, ανάλυση σουηδικών δεδομένων έδειξε ότι καθώς η εξωγενής θνησιμότητα μειωνόταν από τις αρχές του 20ού αιώνα, λόγω των βελτιώσεων στη δημόσια υγεία, η εκτιμώμενη γενετική επίδραση στη διάρκεια ζωής αυξανόταν. Αυτό ενισχύει την άποψη ότι οι εξωτερικοί παράγοντες «καμουφλάρουν» τη γενετική συμβολή.

Ο Σένχαρ επισημαίνει ότι η καθημερινή εμπειρία επιβεβαιώνει τον ρόλο των γονιδίων: περίπου το 20% των εκατοντάχρονων φτάνουν σε αυτή την ηλικία χωρίς σοβαρές ασθένειες, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη προστατευτικών γενετικών παραγόντων. Πολλά τέτοια γονίδια έχουν ήδη εντοπιστεί, αλλά πιθανότατα υπάρχουν ακόμη πολλά άγνωστα.

Αν και η μελέτη δεν εξετάζει άμεσα τη σχέση των γονιδίων με το ανοσοποιητικό σύστημα, ο καθηγητής Ρίτσαρντ Φάραγκερ από το Πανεπιστήμιο του Μπράιτον σημειώνει στον Guardian ότι τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο άνθρωπος δεν αποτελεί εξαίρεση στη βιολογία της γήρανσης. Αυτό, όπως λέει, ενισχύει την αισιοδοξία ότι θεραπείες που λειτουργούν σε ζωικά μοντέλα, όπως τα ποντίκια, μπορεί τελικά να αποδειχθούν αποτελεσματικές και στους ανθρώπους.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.protagon.gr/themata/makrozwia-psakse-ta-gonidia-44343303333 ανήκει στο Υγεία | Protagon.gr .