Η καθημερινή λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης D και ιχθυελαίου μπορεί να βοηθήσει στην προστασία των μεσηλίκων από την ανάπτυξη αυτοάνοσων διαταραχών όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η ψωρίαση, οι παθήσεις του θυρεοειδούς και η ρευματική πολυμυαλγία, μια φλεγμονώδης νόσος που προκαλεί μυϊκούς πόνους και δυσκαμψία στους ώμους και τους γοφούς.Αυτή η δόση είναι δύο έως τρεις φορές παραπάνω από την συνιστώμενη ημερήσια δόση βιταμίνης D για ενήλικες, η οποία είναι 600 IU για άτομα έως 69 ετών και 800 IU για άτομα ηλικίας 70 ετών και άνω, σύμφωνα με τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας.
Από τη στιγμή που οι άνθρωποι έπαιρναν βιταμίνη D για τουλάχιστον δύο χρόνια, το ποσοστό πρόληψης από αυτοάνοσες διαταραχές αυξήθηκε στο 39%, σύμφωνα με τη μελέτη.Ωστόσο, η μελέτη διαπίστωσε ότι η λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης D και ωμέγα-3 λιπαρών οξέων , έναντι του εικονικού φαρμάκου (placebo), μείωσε την εκδήλωση αυτοάνοσων παθήσεων κατά περίπου 30%.Επειδή το σώμα παράγει βιταμίνη D όταν το δέρμα εκτίθεται στον ήλιο και πολλές τροφές όπως το γάλα και τα δημητριακά συχνά εμπλουτίζονται με βιταμίνη D, πολλοί ειδικοί λένε ότι οι υγιείς, νεότεροι άνθρωποι είναι πιθανό να μην χρειάζονται συμπληρώματα βιταμίνης D, ειδικά σε ποσότητες πάνω από τις συνιστώμενες 600 IU/ημέρα.Στον διαβήτη τύπου 1, οι υπερασπιστές του σώματος καταστρέφουν τα κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη. Υπάρχουν ακόμη και κάποια στοιχεία που δείχνουν ότι η φλεγμονή σε όλο το σώμα μπορεί να αποτελεί μέρος της εξέλιξης του διαβήτη τύπου 2.
Οι αυτοάνοσες διαταραχές μπορούν να αναπτυχθούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ζωής, αλλά εμφανίζονται περισσότερο στους ηλικιωμένους, ιδιαίτερα στις γυναίκες, είπε ο Costenbader.
Αυτοάνοσες ασθένειες (αγγλ.: autoimmune diseases), λέγονται και αυτοάνοσα νοσήματα, ορίζονται εκείνες οι ασθένειες που προκαλούνται από υπερβολική και λανθασμένη απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος έναντι στον ίδιο τον οργανισμό. Οι αυτοάνοσες ασθένειες περιλαμβάνουν περισσότερες από 80 διαταραχές, οι οποίες μπορούν να προσβάλλουν σχεδόν οποιοδήποτε μέρος του σώματος. Είναι η τρίτη πιο συχνή κατηγορία ασθενειών μετά τον καρκίνο και την καρδιακή νόσο. Τα συνηθισμένα συμπτώματα περιλαμβάνουν χαμηλό πυρετό, μυϊκούς πόνους, και αίσθημα κόπωσης, τα οποία κάποιες φορές έχουν περιόδους έξαρσης και ύφεσης.
Οι αιτίες που προκαλούν τις αυτοάνοσες ασθένειες δεν είναι καλά κατανοητές. Αυτό που πιθανολογείται είναι ότι οι περιβαλλοντικοί παράγοντες αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης αυτοάνοσων ασθενειών όταν συνυπάρχουν και γενετικοί παράγοντες. Οι 10 πιο συχνές αυτοάνοσες ασθένειες είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η θυρεοειδίτιδα Χασιμότο, η κοιλιοκάκη, η νόσος Γκρέιβς, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1, η λεύκη, ο ρευματικός πυρετός, η ατροφική γαστρίτιδα, η γυροειδής αλωπεκία, και η αυτοάνοση (ιδιοπαθής) θρομβοπενική πορφύρα. Άλλες εξίσου σημαντικές αυτοάνοσες ασθένειες είναι η ψωρίαση, ο συστημικός ερυθηματώδης λύκος, το σύνδρομο Χόγκρεν, το σύνδρομο Γκιγιέν-Μπαρέ, η αιμολυτική αναιμία, και η ιδιοπαθής φλεγμονώδης εντερική νόσος (νόσος Κρον και ελκώδης κολίτιδα).
Η θεραπεία εξαρτάται από τον τύπο και τη σοβαρότητα της κατάστασης. Τα διάφορα θεραπευτικά σχήματα στοχεύουν στο να ανακουφίσουν τα συμπτώματα (π.χ. με φάρμακα όπως ασπιρίνη, ιβουπροφαίνη), να αντικαταστήσουν τις ζωτικές ουσίες που ο οργανισμός δεν μπορεί πλέον να παράγει μόνος του (π.χ. με ενέσεις ινσουλίνης, ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη), και να καταστείλει το ανοσοποιητικό σύστημα (π.χ. με φάρμακα για τον έλεγχο της φλεγμονής, όπως μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) και ανοσοκατασταλτικά).
Υπολογίζεται ότι το 5-8% του πληθυσμού (περίπου 24 εκ. άτομα) στις ΗΠΑ προσβάλλεται από κάποιου είδους αυτοάνοση ασθένεια,ενώ το 78.8% των ατόμων αυτών είναι γυναίκες. Άτομα τα οποία έχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν αυτοάνοση ασθένεια είναι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, άτομα με οικογενειακό ιστορικό, και άτομα που εκτίθενται σε συγκεκριμένους περιβαλλοντικούς ρύπους όπως φως του ήλιου, χημικές ουσίες (διαλύτες) και ιογενείς και βακτηριακές λοιμώξεις.
Πηγή wikipedia & cnn




