Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται τα τελευταία χρόνια στην τεχνολογία των ενδοφθάλμιων φακών, που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του καταρράκτη, με αποτέλεσμα να μπορεί πλέον να διορθωθούν ταυτοχρόνως και τα διαθλαστικά προβλήματα της όρασης.
Με αυτούς εκλείπει αυτός ο κίνδυνος, διότι παρέχουν την μεγαλύτερη πιστότητα όρασης.
Σημαντικό βήμα προόδου στην τεχνολογία των ενδοφακών ήταν η ασφαιρικότητα που ήρθε σαν μία επικουρική πτυχή τους, η οποία μοιάζει με αυτήν που έχει ο φυσικός φακός του οφθαλμού. Η ασφαιρικότητα βελτιώνει πάρα πολύ την ποιότητα όρασης το βράδυ. Οι ασφαιρικοί ενδοφακοί εισήχθησαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Εξίσου σημαντική ήταν η δυνατότητα οι ενδοφακοί να εμπεριέχουν και αστιγματισμό από 1 έως και 6 διοπτρίες. Η ιδιότητα αυτή όχι μόνο βελτιώνει την εμμετρωπία, δηλαδή την μακρινή όραση χωρίς γυαλιά, αλλά εκμηδενίζει πρακτικά τον αστιγματισμό.
«Η επιστημονική μας ομάδα στην Ελλάδα έχει επί χρόνια μελετήσει τον αστιγματισμό που εκ φύσεως έχουμε από τη νεαρή ηλικία. Έχουμε διαπιστώσει ότι οι Έλληνες έχουν κατά μέσον όρο μισό βαθμό αστιγματισμό από νωρίς στη ζωή τους, ο οποίος αλλάζει πολύ λίγο όσο μεγαλώνουν. Ο αστιγματισμός αυτός οφείλεται αποκλειστικά στον κερατοειδή χιτώνα – τον μοναδικό ιστό του ανθρώπινου σώματος που γεννιέται έτοιμος και αλλάζει ελάχιστα στη διάρκεια της ζωής», συνεχίζει ο κ. Κανελλόπουλος.
Οι Έλληνες επιστήμονες έχουν εισαγάγει ως εναλλακτική λύση στους EDOF ενδοφακούς και τους πολυεστιακούς ενδοφακούς, τη χρήση μονοεστιακών ασφαιρικών ενδοφακών με αστιγματισμό. Οι μονοεστιακοί φακοί επιλέγονται με τρόπο ώστε να υπάρχει μικρή διαφορά μεταξύ των δύο οφθαλμών (ο επικρατής οφθαλμός να έχει περίπου 0,5 βαθμό μυωπίας και ο μη επικρατής περίπου 1 βαθμό μυωπίας).
Η τεχνική αυτή ονομάζεται blended vision και παρέχει εξαιρετική μακρινή και ενδιάμεση όραση (π.χ. για τον υπολογιστή ή το φαγητό). Προσφέρει επίσης σχετικά καλή κοντινή όραση (π.χ. για την ανάγνωση του κινητού ή ενός βιβλίου). Μερικές φορές όμως μπορεί να απομείνει ανάγκη χρήσης πρεσβυωπικών γυαλιών, με μικρό όμως ποσοστό διόρθωσης (της τάξης του ενός βαθμού).
Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία της τεχνικής είναι η προσεκτική αναγνώριση του ποιος από τους δύο οφθαλμούς είναι ο επικρατής σε κάθε άτομο, τονίζει ο κ. Κανελλόπουλος. Η τεχνική παρουσιάσθηκε το 2025 στο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Διαθλαστικής Χειρουργικής & Επεμβάσεων Καταρράκτη στην Κοπεγχάγη και στο αντίστοιχο Πανελλήνιο Συνέδριο στον Πύργο Ηλείας.
Μία άλλη σημαντική εξέλιξη είναι η ένθεση φακικών ενδοφακών. Πρόκειται για ενδοφακούς που προστίθενται στον οφθαλμό χωρίς να αφαιρεθεί ο φυσικός φακός του. Οι εν λόγω ενδοφακοί αποτελούνται από ειδικό πολυμερές ελβετικής προέλευσης. Τοποθετούνται ανάμεσα στην ίριδα του ματιού και τον φυσικό φακό του, ο οποίος παραμένει στη θέση του.
Η ένθεση αυτή δείχνει να είναι πολύ ασφαλής, με ελάχιστες επιπλοκές. Με την εφαρμογή της αποφεύγονται οι μεγάλες αλλαγές στον κερατοειδή σε άτομα με υψηλή μυωπία (πάνω από 8 βαθμούς), καθώς και οι δυνητικές επιπλοκές από την αφαίρεση του φυσικού φακού σε άτομα κάτω των 55 ετών.
«Οι πιθανές εναλλακτικές λύσεις πρέπει πάντοτε να συζητούνται εκτενώς με τον χειρουργό οφθαλμίατρο πριν από την εκτέλεση της επέμβασης για την διόρθωση του καταρράκτη. Στη χώρα μας υπάρχει εξαιρετική τεχνογνωσία και τεχνολογία για την αντιμετώπιση τόσο του καταρράκτη, όσο και των συνοδών διαθλαστικών προβλημάτων που μπορούν να αντιμετωπιστούν εύκολα και ριζικά», καταλήγει ο κ. Κανελλόπουλος.


