
Μια σοβαρή βακτηριακή λοίμωξη, η οποία μπορεί να προκαλέσει από πνευμονία μέχρι σηψαιμία και μηνιγγίτιδα, παρουσιάζει ανοδική πορεία στην Ευρώπη, όπου ο αριθμός των περιστατικών έχει καταγράψει ιστορικό υψηλό από το 1996.
Τα επίπεδα είναι πολύ υψηλότερα από εκείνα των ετών της πανδημίας, όταν είχαν δηλωθεί 1.838 περιστατικά το 2020 και 1.698 το 2021.
Το 2024 αποτελεί, σύμφωνα με το ECDC, τη χρονιά με τον μεγαλύτερο αριθμό περιστατικών από τότε που άρχισε η επιτήρηση της νόσου σε επίπεδο ΕΕ/ΕΟΧ το 1996.
Σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την πανδημία, όταν μεταξύ 2013 και 2018 καταγράφονταν από 2.593 έως 3.849 περιστατικά ετησίως, η διαφορά είναι αισθητή.
Μάλιστα, το ECDC υπολογίζει ότι ο αριθμός των περιστατικών το 2024 ήταν αυξημένος κατά περισσότερο από 85% σε σύγκριση με το 2018.
Η άνοδος παρατηρείται από το 2022, μετά τα ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα του 2020 και του 2021, περίοδο κατά την οποία τα μέτρα για την COVID-19 είχαν συνδεθεί με περιορισμό της μετάδοσης και άλλων αναπνευστικών λοιμώξεων.
Η εποχικότητα έχει, επίσης, επανέλθει στα προ- πανδημίας επίπεδα, με τα περισσότερα περιστατικά να εμφανίζονται τους χειμερινούς μήνες.
Βρέφη και ηλικιωμένοι οι πιο ευάλωτοι
Η νόσος δεν επηρεάζει όλες τις ηλικιακές ομάδες στον ίδιο βαθμό. Σε επίπεδο ΕΕ/ΕΟΧ, τη μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισαν τα βρέφη κάτω του ενός έτους, με 6,81 περιστατικά ανά 100.000 κατοίκους.
Μετά τα πρώτα χρόνια ζωής, ο δείκτης μειώνεται σημαντικά, για να αρχίσει να αυξάνεται ξανά στις μεγαλύτερες ηλικίες.
Στα άτομα 65 ετών και άνω έφθασε τα 3,59 περιστατικά ανά 100.000. Μάλιστα, οι ηλικιωμένοι αντιπροσώπευαν το 58,8% του συνόλου των περιστατικών, ενώ το 18,8% αφορούσε άτομα ηλικίας 45 έως 64 ετών.
Πνευμονία, σηψαιμία και μηνιγγίτιδα, θάνατοι
Η σοβαρότητα της λοίμωξης αποτυπώνεται και στην κλινική εικόνα των ασθενών. Από τα 5.856 επιβεβαιωμένα περιστατικά, πληροφορίες για τις εκδηλώσεις της νόσου ήταν διαθέσιμες για 4.283.
Η πνευμονία ήταν η συχνότερη εκδήλωση, καθώς καταγράφηκε σε 1.555 περιστατικά ή 36%.
Ακολούθησε η σηψαιμία σε 887 περιστατικά ή 21% και η μηνιγγίτιδα σε 459 ή 11%. Σε 58 περιπτώσεις οι ασθενείς παρουσίασαν τόσο μηνιγγίτιδα όσο και σηψαιμία.
Στοιχεία για την έκβαση ήταν διαθέσιμα για 3.198 ασθενείς. Μεταξύ αυτών καταγράφηκαν 269 θάνατοι, με τη θνητότητα μεταξύ των περιστατικών γνωστής έκβασης να ανέρχεται σε 8,4%.
Ιδιαίτερα επιβαρυμένοι ήταν οι ηλικιωμένοι. Στα άτομα 65 ετών και άνω καταγράφηκαν 218 θάνατοι μεταξύ 1.904 περιστατικών για τα οποία ήταν γνωστή η έκβαση, ποσοστό 11,4%.
Πού αποδίδεται η αύξηση
Οπως εξηγεί το ECDC, ιδιαίτερη σημασία έχει ο τύπος b του βακτηρίου, γνωστός ως Hib, ο οποίος στο παρελθόν αποτελούσε σημαντική αιτία σοβαρών λοιμώξεων και κυρίως μηνιγγίτιδας στα μικρά παιδιά.
Η εισαγωγή του εμβολίου Hib από τη δεκαετία του 1980 άλλαξε δραστικά την εικόνα. Σύμφωνα με το ECDC, ο συστηματικός εμβολιασμός είχε σχεδόν εξαλείψει τη μηνιγγίτιδα από Hib στα μικρά παιδιά.
Τα σημερινά περιστατικά, ωστόσο, προκαλούνται στην πλειονότητά τους από άλλα στελέχη. Από τις 3.227 περιπτώσεις του 2024, το 82% αφορούσε διαφορετικά στελέχη, ενώ ο τύπος b αντιπροσώπευε μόλις το 6%.
Το Ευρωπαϊκό Κέντρο καταλήγει στην έκθεσή του, ότι η αυξανόμενη επιβάρυνση από άλλα στελέχη καθιστά αναγκαία τη συνεχή επιδημιολογική παρακολούθηση.
Παράλληλα, υπογραμμίζει την ανάγκη να διατηρηθεί υψηλή η εμβολιαστική κάλυψη κατά του Hib στα βρέφη και τα μικρά παιδιά, ώστε να αποτραπεί η επανεμφάνιση του συγκεκριμένου τύπου.
Ζητεί, επίσης, ενισχυμένη επιτήρηση των διαφορετικών στελεχών και καλύτερες στρατηγικές προστασίας για τους ευάλωτους ενήλικες.



