
Οι διαγνώσεις Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) στους ενήλικες έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Ως αποτέλεσμα, έχει προκύψει ένα ερώτημα: Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που φτάνουν στα 30, στα 40 ή και αργότερα μέχρι να μάθουν ότι έχουν ΔΕΠΥ;
Μια νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Network Open, υποδεικνύει ότι ένα μέρος της απάντησης ίσως βρίσκεται στη βαρύτητα της εκδήλωσης της διαταραχής.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι άνθρωποι που έλαβαν για πρώτη φορά διάγνωση ΔΕΠΥ στην ενήλικη ζωή παρουσίαζαν κατά μέσο όρο λιγότερες συνυπάρχουσες ψυχιατρικές και σωματικές παθήσεις, μικρότερη επιβάρυνση στην καθημερινή λειτουργικότητα και χαμηλότερο πολυγονιδιακό κίνδυνο για ΔΕΠΥ σε σύγκριση με εκείνους που είχαν διαγνωστεί πριν από τα 18.
ΔΕΠΥ: Τι έδειξε η μελέτη σε περισσότερους από 13.500 ενήλικες
Οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από το αμερικανικό ερευνητικό πρόγραμμα All of Us. Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 13.527 ενήλικες με ΔΕΠΥ.
Από αυτούς, οι 3.853 είχαν διαγνωστεί στην παιδική ή εφηβική ηλικία, ενώ οι 9.674 είχαν λάβει την πρώτη τους διάγνωση μετά τα 18. Οι ερευνητές συνέκριναν τις δύο ομάδες ως προς την ψυχική και σωματική υγεία, την καθημερινή λειτουργικότητα και τη γενετική προδιάθεση για ΔΕΠΥ. Παράλληλα, συνέκριναν καθεμία από τις δύο ομάδες με άτομα χωρίς ΔΕΠΥ.
Οι διαφορές ήταν ενδιαφέρουσες ήδη από τα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά.
Οι ενήλικες που είχαν λάβει διάγνωση αργότερα φαίνεται να είχαν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και εισόδημα. Συγκεκριμένα, περίπου το 28% είχε πανεπιστημιακό τίτλο, έναντι 14% όσων είχαν διαγνωστεί πριν από τα 18. Παρόμοια διαφορά παρατηρήθηκε και στο οικογενειακό εισόδημα.
Τα στοιχεία αυτά, βέβαια, δεν αποδεικνύουν ότι η μεταγενέστερη διάγνωση οδηγεί απαραίτητα σε υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο ή εισόδημα. Απλώς αποτυπώνουν διαφορές μεταξύ των ομάδων που εξέτασε η συγκεκριμένη μελέτη.
Λιγότερες δυσκολίες στην καθημερινότητα;
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα για την υγεία.
Αφού έλαβαν υπόψη την ηλικία και το φύλο, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι είχαν διαγνωστεί ως ενήλικες εμφάνιζαν μικρότερη πιθανότητα για 8 από τις 9 ψυχιατρικές συννοσηρότητες που εξετάστηκαν.
Οι μεγαλύτερες διαφορές παρατηρήθηκαν στη διαταραχή μετατραυματικού στρες, στη διπολική διαταραχή και στις διαταραχές προσωπικότητας. Αντίστοιχη εικόνα προέκυψε για έξι από τις εννέα κατηγορίες προβλημάτων σωματικής υγείας, με σημαντικές διαφορές σε παθήσεις των πνευμόνων, του πεπτικού και του μυοσκελετικού συστήματος.
Η ομάδα που είχε διαγνωστεί στην ενήλικη ζωή ανέφερε επίσης μικρότερη επιβάρυνση στη γενική υγεία και στις καθημερινές δραστηριότητες.
Υπάρχει όμως μια σημαντική λεπτομέρεια: όταν οι ερευνητές συνυπολόγισαν το μορφωτικό επίπεδο ή το εισόδημα, πολλές από τις διαφορές στη λειτουργικότητα μεταξύ των δύο ομάδων εξασθένησαν και δεν παρέμειναν στατιστικά σημαντικές.
Τι αποκάλυψε η γενετική ανάλυση
Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης τον πολυγονιδιακό δείκτη κινδύνου για ΔΕΠΥ (ADHD polygenic risk score). Πρόκειται για έναν δείκτη που συνδυάζει την επίδραση πολλών γενετικών παραλλαγών που έχουν συσχετιστεί με τη διαταραχή· δεν αποτελεί γενετικό «τεστ διάγνωσης» της ΔΕΠΥ.
Όσοι είχαν διαγνωστεί ως ενήλικες είχαν κατά μέσο όρο χαμηλότερο πολυγονιδιακό κίνδυνο από εκείνους που είχαν διαγνωστεί νωρίτερα.
Σε πρόσθετες αναλύσεις, μάλιστα, οι ερευνητές παρατήρησαν μια διαβάθμιση: ο πολυγονιδιακός δείκτης ήταν υψηλότερος σε όσους είχαν διαγνωστεί στην παιδική ηλικία, ενδιάμεσος σε όσους είχαν διαγνωστεί στην εφηβεία και χαμηλότερος σε όσους είχαν λάβει διάγνωση ως ενήλικες.
Η ΔΕΠΥ επομένως των ενηλίκων είναι «ήπια»;
Οι συγγραφείς δεν υποστηρίζουν ότι η ΔΕΠΥ που διαγιγνώσκεται στην ενήλικη ζωή είναι ασήμαντη ή ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν αντιμετωπίζουν πραγματικές δυσκολίες.
Αντίθετα, όταν και οι δύο ομάδες συγκρίθηκαν με αντίστοιχους ανθρώπους χωρίς ΔΕΠΥ, τόσο όσοι είχαν διαγνωστεί νωρίς όσο και όσοι είχαν διαγνωστεί ως ενήλικες εμφάνιζαν περισσότερες ψυχιατρικές και σωματικές συννοσηρότητες, μεγαλύτερη λειτουργική επιβάρυνση και υψηλότερο γενετικό κίνδυνο για ΔΕΠΥ.
Οι ερευνητές θεωρούν επομένως ότι η ΔΕΠΥ που αναγνωρίζεται για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή μπορεί, κατά μέσο όρο, να αποτελεί μια συγκριτικά ηπιότερη έκφραση του ίδιου φάσματος κλινικών και γενετικών χαρακτηριστικών. Αυτό θα μπορούσε επίσης να αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους η διαταραχή δεν είχε αναγνωριστεί νωρίτερα.
Υπάρχει και κάτι ακόμη που οι ίδιοι οι επιστήμονες ξεκαθαρίζουν: η μελέτη δεν εξέτασε αν η ΔΕΠΥ εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή. Δεν υπήρχαν δεδομένα που να αποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι που διαγνώστηκαν αργότερα δεν είχαν συμπτώματα ως παιδιά. Επομένως, τα αποτελέσματα δεν αποτελούν απόδειξη υπέρ ή κατά της λεγόμενης «ΔΕΠΥ όψιμης έναρξης».
Το μήνυμα είναι τελικά πιο σύνθετο από το «οι ενήλικες έχουν πιο ήπια ΔΕΠΥ»: η ηλικία στην οποία γίνεται η διάγνωση φαίνεται να συνδέεται με διαφορετικό κλινικό και γενετικό προφίλ, χωρίς αυτό να αναιρεί τη σημασία της διάγνωσης και της κατάλληλης αντιμετώπισης σε οποιαδήποτε ηλικία.



