
Η διάγνωση μιας ψυχικής διαταραχής δεν είναι πάντα τόσο ξεκάθαρη όσο μπορεί να φαίνεται. Τα συμπτώματα συχνά επικαλύπτονται μεταξύ διαφορετικών διαταραχών και η αξιολόγησή τους απαιτεί κλινική εμπειρία, χρόνο και ολοκληρωμένη εικόνα του ασθενούς.
Μεγάλη διεθνής μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Psychiatry, στο έρχεται να δείξει πόσο δύσκολη μπορεί να είναι αυτή η διαδικασία. Περισσότεροι από 1.000 γιατροί ψυχικής υγείας από 19 χώρες κλήθηκαν να αξιολογήσουν ακριβώς τις ίδιες γραπτές περιπτώσεις ασθενών. Παρ’ όλα αυτά, δεν κατέληξαν πάντα στην ίδια διάγνωση.
Τις μισές περιπτώσεις υπήρχαν διαφωνίες
Στη μελέτη συμμετείχαν 1.038 γιατροί που εργάζονταν στην ψυχιατρική ενηλίκων. Οι ερευνητές δημιούργησαν εννέα διαφορετικές, υποθετικές περιπτώσεις που αντιπροσώπευαν συχνές ψυχιατρικές διαταραχές.
Κάθε γιατρός διάβαζε δύο από αυτές τις περιπτώσεις και έπρεπε να επιλέξει διάγνωση από έναν κατάλογο 30 πιθανών διαταραχών.
Όταν δύο γιατροί αξιολογούσαν την ίδια περίπτωση, συμφωνούσαν μεταξύ τους περίπου στο 55% των περιπτώσεων. Συνολικά, η διάγνωση που έδιναν οι γιατροί ταυτιζόταν με εκείνη που είχε καθοριστεί από ομάδα ειδικών περίπου στο 66% των αξιολογήσεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ψυχίατροι κάνουν συχνά «λάθος διάγνωση». Η μελέτη δείχνει κυρίως ότι ορισμένες ψυχιατρικές διαγνώσεις είναι δύσκολο να διαχωριστούν με απόλυτη συνέπεια, ακόμη και όταν οι γιατροί έχουν μπροστά τους ακριβώς τις ίδιες πληροφορίες.
Η σχιζοφρένεια ήταν από τις πιο δύσκολες περιπτώσεις
Οι μεγαλύτερες διαφωνίες εμφανίστηκαν στις περιπτώσεις που αφορούσαν σχιζοφρένεια.
Σε ορισμένα από τα υποθετικά περιστατικά, οι γιατροί διχάστηκαν ανάμεσα στη σχιζοφρένεια και άλλες διαγνώσεις, όπως η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, ορισμένες διαταραχές προσωπικότητας ή η διπολική διαταραχή.
Αντίθετα, ορισμένες άλλες περιπτώσεις ήταν πολύ πιο εύκολο να αναγνωριστούν. Για παράδειγμα, η διάγνωση της διπολικής διαταραχής συμφωνούσε με τη διάγνωση αναφοράς στο 94% των αξιολογήσεων, της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής στο 92% και της κατάθλιψης στο 88%.
Το εύρημα δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι ίδιο για όλες τις ψυχικές διαταραχές. Όσο περισσότερο επικαλύπτονται τα συμπτώματα μεταξύ διαφορετικών διαταραχών, τόσο δυσκολότερη μπορεί να γίνεται η διάκριση.
Η εμπειρία του γιατρού δεν εξάλειψε τις διαφορές
Γιατροί με λίγα χρόνια εμπειρίας μπορούσαν να καταλήξουν σε παρόμοια συμπεράσματα με πιο έμπειρους συναδέλφους τους, ενώ δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά μεταξύ ψυχιάτρων και άλλων γιατρών που εργάζονταν στην ψυχιατρική ενηλίκων.
Αυτό υποδηλώνει ότι η δυσκολία δεν εξηγείται απλώς από την έλλειψη εμπειρίας ή εκπαίδευσης. Έχει να κάνει και με την ίδια τη φύση των ψυχιατρικών διαγνώσεων και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται τα συμπτώματα.
Η σωστή διάγνωση είναι ζωτικής σημασίας
Η διάγνωση δεν είναι απλώς μια λέξη στον ιατρικό φάκελο. Μπορεί να επηρεάσει την επιλογή θεραπείας, την παρακολούθηση του ασθενούς και τον τρόπο με τον οποίο οι επόμενοι γιατροί αντιλαμβάνονται την κατάστασή του.
Γι’ αυτό η σωστή αξιολόγηση είναι ιδιαίτερα σημαντική. Στην πραγματική κλινική πράξη, άλλωστε, ο ψυχίατρος δεν βασίζεται σε μια σύντομη γραπτή περιγραφή. Συζητά με τον ασθενή, εξετάζει το ιστορικό του, την πορεία των συμπτωμάτων, τη λειτουργικότητά του και, όταν χρειάζεται, λαμβάνει πληροφορίες από το οικογενειακό ή υποστηρικτικό περιβάλλον.
Μια διάγνωση μπορεί επίσης να αναθεωρηθεί με τον χρόνο, καθώς συγκεντρώνονται περισσότερες πληροφορίες και γίνεται καλύτερα κατανοητή η πορεία των συμπτωμάτων.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι η ψυχιατρική διάγνωση δεν είναι μια μηχανική διαδικασία. Χρειάζεται προσεκτική αξιολόγηση, επαρκής χρόνος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επανεκτίμηση.



