
Η ανάγκη για διαρκή επιβεβαίωση, η έλλειψη ενσυναίσθησης και η υποτίμηση μπορούν να αφήσουν αποτύπωμα για χρόνια – Γιατί το πένθος, τα όρια και η επαναδιεκδίκηση της προσωπικής ταυτότητας έχουν σημασία
Ο όρος «ναρκισσιστής γονιός» χρησιμοποιείται συνήθως για έναν γονιό που έχει έντονη ανάγκη για επιβεβαίωση και θαυμασμό, δυσκολεύεται να δείξει ενσυναίσθηση και συχνά βάζει τις δικές του ανάγκες, επιθυμίες ή την εικόνα του πάνω από εκείνες του παιδιού.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας (NPD). Η NPD είναι συγκεκριμένη ψυχιατρική διάγνωση και μπορεί να τεθεί μόνο από επαγγελματία ψυχικής υγείας. Ένας άνθρωπος μπορεί, ωστόσο, να έχει έντονα ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά χωρίς να πληροί όλα τα διαγνωστικά κριτήρια. Και αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνει το παιδί του.
Σε ένα τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον, το παιδί μπορεί σταδιακά να μάθει ότι η αποδοχή εξαρτάται από το αν ικανοποιεί τον γονιό. Μπορεί να αποφεύγει τη διαφωνία, να αισθάνεται ενοχές όταν εκφράζει τις δικές του ανάγκες ή να συνηθίζει να βάζει τους άλλους πάντα πρώτους.
Αργότερα, αυτά τα μοτίβα μπορεί να εμφανιστούν ως χαμηλή αυτοεκτίμηση, δυσκολία στα όρια και προβλήματα στις σχέσεις.
Το πένθος για την παιδική ηλικία που έλειψε
Ένα από τα πιο δύσκολα σημεία για κάποιον που μεγάλωσε με έναν ναρκισσιστικό γονιό είναι να συνειδητοποιήσει τι του έλειψε στην παιδική ηλικία: ασφάλεια, σταθερότητα, αποδοχή και την ελευθερία να είναι ο εαυτός του χωρίς να φοβάται την απόρριψη.
Η αναγνώριση αυτών των ελλείψεων μπορεί να φέρει ένα είδος πένθους για την παιδική ηλικία που δεν έζησε όπως θα είχε ανάγκη. Δεν πρόκειται για απώλεια ενός προσώπου, αλλά για την απώλεια εμπειριών που θεωρούνται βασικές για την ψυχική ανάπτυξη ενός παιδιού.
Στην ψυχολογία χρησιμοποιείται ο όρος disenfranchised grief για μορφές πένθους που δεν αναγνωρίζονται εύκολα από το κοινωνικό περιβάλλον. Έρευνα δείχνει ότι μερικές φορές ακόμη και ο ίδιος ο άνθρωπος δυσκολεύεται να αναγνωρίσει αυτή την απώλεια και να επιτρέψει στον εαυτό του να τη βιώσει.
Να μάθει να βάζει όρια
Η αποκατάσταση της σχέσης με τον εαυτό περνά συχνά μέσα από τα όρια. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ένας ενήλικας αρχίζει να λέει «όχι», να εκφράζει διαφορετική γνώμη ή να παίρνει αποφάσεις χωρίς να ζητά συνεχώς την έγκριση του γονιού.
Υπάρχουν όμως και εσωτερικά όρια. Ένα από τα σημαντικότερα είναι να μπορεί κάποιος να αναγνωρίζει ότι η κριτική, η υποτίμηση ή η δυσαρέσκεια του γονιού δεν αποτελούν μέτρο της προσωπικής του αξίας.
Όταν το μοτίβο περνά από γενιά σε γενιά
Ορισμένα δυσλειτουργικά πρότυπα μπορεί να επαναλαμβάνονται μέσα στις οικογένειες. Μελέτη έχει συνδέσει ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά με δυσμενείς εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, όπως παραμέληση και διαφορετικές μορφές κακοποίησης. Αυτό δεν δικαιολογεί τη συμπεριφορά ενός γονιού. Μπορεί όμως να εξηγήσει πώς ένα μοτίβο περνά από τη μία γενιά στην επόμενη.
Το κρίσιμο είναι ότι ο κύκλος αυτός δεν είναι αναπόφευκτο να συνεχιστεί. Η αναγνώρισή του αποτελεί το πρώτο βήμα για να αλλάξει.
Συγχώρεση δεν σημαίνει ότι «δεν έγινε τίποτα»
Για κάποιους ανθρώπους, το να καταλάβουν ότι ο γονιός τους μπορεί να επαναλάμβανε δικά του τραύματα ή παλιά οικογενειακά μοτίβα βοηθά να δουν τη σχέση τους με μεγαλύτερη απόσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιολογούν όσα συνέβησαν. Σημαίνει ότι μπορούν να ξεχωρίσουν καλύτερα τι ανήκει στον γονιό και τι δεν χρειάζεται να συνεχίσουν να κουβαλούν οι ίδιοι.
Σε αυτή τη διαδικασία μπορεί να χωρέσει και η συγχώρεση. Όχι ως υποχρέωση ούτε ως απαίτηση να αποκατασταθεί μια σχέση που εξακολουθεί να τους πληγώνει, αλλά ως ένας τρόπος να μειωθεί το βάρος του θυμού και της πίκρας.
Έρευνα έχει συνδέσει τη συγχώρεση με λιγότερο θυμό και άγχος, χαμηλότερα καταθλιπτικά συμπτώματα και καλύτερη αυτοεκτίμηση.
Να αρχίσει να επιλέγει για τον εαυτό του
Ένας άνθρωπος που μεγάλωσε προσπαθώντας να ικανοποιεί τον γονιό του, μπορεί ακόμη και ως ενήλικας να παίρνει αποφάσεις με το ίδιο κριτήριο.
Σπουδές, επαγγελματικές επιλογές, σχέσεις ή καθημερινές αποφάσεις μπορεί να έχουν διαμορφωθεί γύρω από το «τι θα εγκρίνει ο γονιός».
Η σταδιακή απάντηση στο ερώτημα «τι θέλω εγώ;» βοηθά στην οικοδόμηση μιας πιο ανεξάρτητης ταυτότητας. Παράλληλα, χρειάζεται συχνά χρόνος για να μάθει κάποιος πώς μοιάζει μια σχέση στην οποία υπάρχουν αμοιβαιότητα, σεβασμός και χώρος και για τις δύο πλευρές.
Όταν τα βιώματα της παιδικής ηλικίας συνεχίζουν να επηρεάζουν την αυτοεκτίμηση, τις επιλογές ή τις σχέσεις, η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση των παλιών μοτίβων και στη δημιουργία νέων.
Η αλλαγή δεν σημαίνει ότι κάποιος σβήνει όσα συνέβησαν. Σημαίνει ότι σταματά σταδιακά να ζει σύμφωνα με τους κανόνες που έμαθε ως παιδί για να κερδίζει την αποδοχή του γονιού του.
Φωτογραφία: istock



