
Κάθε άνθρωπος έχει διαφορετική «ελκυστικότητα» για τα κουνούπια
Οι ερευνητές στην εν λόγω μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό iScience, εξέτασαν 119 εθελοντές και μελέτησαν την αντίδραση τριών ειδών κουνουπιών: Aedes aegypti, Aedes albopictus και Culex quinquefasciatus.
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα ήταν ότι δεν υπάρχει ένας άνθρωπος που να είναι εξίσου ελκυστικός σε όλα τα κουνούπια. Κάποιος που αποτελεί στόχο για ένα είδος μπορεί να είναι πολύ λιγότερο ενδιαφέρων για ένα άλλο. Αυτό δείχνει ότι κάθε είδος αντιλαμβάνεται διαφορετικά τα χημικά σήματα που εκπέμπει το ανθρώπινο σώμα.
Το δέρμα μας «μιλάει» στα κουνούπια
Οι επιστήμονες ανέλυσαν τόσο τις ουσίες που απελευθερώνονταν από το δέρμα όσο και τα βακτήρια που ζουν σε αυτό. Εντόπισαν 246 διαφορετικές κατηγορίες βακτηρίων μεταξύ των συμμετεχόντων.
Για το Aedes aegypti, το οποίο μπορεί να μεταδώσει τον δάγκειο πυρετό, τον Ζίκα και τον κίτρινο πυρετό, η αυξημένη ελκυστικότητα συνδέθηκε με την παρουσία βακτηρίων του γένους Staphylococcus. Αντίθετα, μεγαλύτερη παρουσία Pseudomonas συνδέθηκε με μικρότερη ελκυστικότητα.
Με άλλα λόγια, η φυσική μυρωδιά του δέρματός μας δεν είναι ίδια για όλους και φαίνεται να επηρεάζεται σημαντικά από το μικροβίωμά του.
Άλλο κουνούπι, άλλες προτιμήσεις
Τα ευρήματα δεν ήταν ίδια για όλα τα είδη. Το Aedes albopictus, για παράδειγμα, φάνηκε να ανταποκρίνεται περισσότερο στην παρουσία συγκεκριμένων χημικών ουσιών που βρίσκονται στον αέρα γύρω από το ανθρώπινο σώμα.
Το Culex quinquefasciatus, ένα νυχτόβιο κουνούπι που μπορεί να μεταδώσει τον ιό του Δυτικού Νείλου, παρουσίασε διαφορετικό μοτίβο. Η ελκυστικότητα συνδέθηκε περισσότερο με την απουσία ορισμένων ουσιών παρά με την παρουσία συγκεκριμένων «ελκυστικών» χημικών.
Γιατί οι άνδρες δέχονται περισσότερα τσιμπήματα;
Ένα ακόμη εύρημα τράβηξε την προσοχή των ερευνητών. Το Aedes aegypti έδειξε μια μικρή αλλά στατιστικά σημαντική προτίμηση προς τους άνδρες συμμετέχοντες. Οι άνδρες εμφάνιζαν υψηλότερα επίπεδα ορισμένων χημικών ουσιών και βακτηρίων που συνδέονταν με μεγαλύτερη ελκυστικότητα για το συγκεκριμένο είδος. Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.
Θα μπορούσε να αλλάξει ο τρόπος που τα αντιμετωπίζουμε;
Η μελέτη ανοίγει έναν ενδιαφέροντα δρόμο για το μέλλον των αντικουνουπικών. Αν διαφορετικά είδη κουνουπιών έλκονται από διαφορετικούς συνδυασμούς χημικών ουσιών και βακτηρίων, ίσως στο μέλλον δημιουργηθούν πιο στοχευμένα απωθητικά, σχεδιασμένα για συγκεκριμένα είδη.
Η έρευνα, πάντως, δεν δοκίμασε απωθητικά και δεν απέδειξε ότι η αλλαγή των βακτηρίων του δέρματος μπορεί να αποτρέψει τα τσιμπήματα. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι για τα κουνούπια δεν μυρίζουμε όλοι το ίδιο. Και αυτή η μικροσκοπική, αόρατη «υπογραφή» του δέρματός μας μπορεί να καθορίζει ποιος θα περάσει ένα καλοκαιρινό βράδυ ήσυχος και ποιος θα επιστρέψει… γεμάτος τσιμπήματα.



