
Συνήθως μιλάμε για τη μνήμη σαν να είναι θησαυρός και για τη λήθη σαν να είναι απώλεια. Θέλουμε να θυμόμαστε ονόματα, στιγμές, πληροφορίες, υποχρεώσεις, λεπτομέρειες. Όταν ξεχνάμε, το εκλαμβάνουμε συχνά ως ένδειξη αφηρημάδας, κόπωσης ή αδυναμίας.
Κι όμως, ο εγκέφαλος δεν είναι φτιαγμένος για να θυμάται τα πάντα με την ίδια ένταση. Αν θυμόμασταν κάθε λεπτομέρεια κάθε ημέρας, κάθε γεύμα, κάθε απόδειξη, κάθε ασήμαντη συζήτηση, η μνήμη δεν θα ήταν δώρο, αλλά βάρος. Για να λειτουργούμε, χρειάζεται να επιλέγουμε. Να κρατάμε, να συμπυκνώνουμε, να αφήνουμε πίσω.
Η σύγχρονη νευροεπιστήμη δείχνει ότι η λήθη δεν σηματοδοτεί πάντα την φθορά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, φαίνεται να είναι η ενεργή διαδικασία, που βοηθά τον εγκέφαλο να προσαρμόζεται, να απομακρύνει περιττές πληροφορίες και να δίνει προτεραιότητα σε όσα έχουν νόημα για το παρόν.
Μνήμη & λήθη… Δύο πλευρές του ίδιου «νομίσματος»
Για πολλά χρόνια, η έρευνα εστίαζε κυρίως στο πώς δημιουργούνται και διατηρούνται οι αναμνήσεις. Η λήθη αντιμετωπιζόταν περισσότερο ως το αντίθετο της μνήμης, κάτι που συμβαίνει όταν μια ανάμνηση εξασθενεί με τον χρόνο.
Σήμερα, οι ερευνητές συμφωνούν ότι το ζήτημα είναι πιο σύνθετο. Η μνήμη δεν αποτελεί την τέλεια καταγραφή της πραγματικότητας, σαν βίντεο που αποθηκεύεται στον εγκέφαλο. Είναι πιο δυναμική και ανακατασκευάζεται κάθε φορά που την ανακαλούμε. Αυτό σημαίνει ότι και η λήθη δεν είναι απλώς «εξασθένιση». Μπορεί να είναι μέρος του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος οργανώνει την εμπειρία.
Πιο απλά, η μνήμη χρειάζεται επιμέλεια. Και η λήθη είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο εγκέφαλος κάνει αυτή την επιμέλεια.
Γιατί δεν πρέπει να θυμόμαστε τα πάντα
Το να θυμόμαστε επιλεκτικά είναι απαραίτητο για την καθημερινότητα. Αν κάθε πληροφορία είχε την ίδια βαρύτητα, θα δυσκολευόμασταν να ξεχωρίσουμε τι είναι σημαντικό και τι όχι.
Η λήθη μάς βοηθά να απομακρύνουμε λεπτομέρειες που δεν χρειαζόμαστε πια, να προσαρμοζόμαστε σε νέες συνθήκες και να μη μένουμε κολλημένοι σε παλιά δεδομένα. Όπως καθαρίζουμε ένα δωμάτιο από αντικείμενα που δεν χρησιμοποιούμε, έτσι και ο εγκέφαλος χρειάζεται να «αδειάσει χώρο» για νέες εμπειρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι μορφές λήθης είναι ευεργετικές. Η απώλεια μνήμης μπορεί να σχετίζεται με τη γήρανση, το στρες, τον ύπνο κακής ποιότητας ή νευρολογικές παθήσεις. Όμως η λειτουργική λήθη είναι μέρος της γνωστικής ευελιξίας.
Τι κάνει μια ανάμνηση αλησμόνητη
Αν θέλουμε να καταλάβουμε γιατί ξεχνάμε, πρέπει πρώτα να δούμε γιατί θυμόμαστε. Από τα αμέτρητα ερεθίσματα που δεχόμαστε καθημερινά, μόνο ένα μικρό μέρος αποτυπώνεται στη μνήμη.
Η προσοχή είναι το πρώτο φίλτρο. Θυμόμαστε πιο εύκολα όσα πραγματικά προσέξαμε. Η επανάληψη είναι το δεύτερο. Όταν κάτι επανέρχεται ξανά και ξανά, ο εγκέφαλος το ορίζει ως χρήσιμο. Και το συναίσθημα είναι ένα τρίτο, πολύ ισχυρό φίλτρο. Όταν κάτι μας συγκινεί, μας φοβίζει, μας χαροποιεί ή μας πληγώνει, οι πιθανότητες να το θυμόμαστε αυξάνονται.
Γι’ αυτό θυμόμαστε πιο έντονα ορισμένες σημαντικές στιγμές της ζωής μας, ενώ δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε τι φάγαμε ένα τυχαίο μεσημέρι πριν από δύο εβδομάδες. Και γι’ αυτό οι αρνητικά φορτισμένες αναμνήσεις συχνά επιμένουν περισσότερο και είναι πιο δύσκολο να «ξεθωριάσουν».
Η «ενεργή» λήθη
Νεότερες μελέτες δείχνουν ότι η λήθη μπορεί να περιλαμβάνει ενεργούς βιολογικούς μηχανισμούς. Οι αναμνήσεις συνδέονται με δίκτυα νευρώνων, τα λεγόμενα engram cells, τα οποία δεν φαίνεται να παραμένουν πάντα στατικά. Αντίθετα, μπορούν να αναδιαμορφώνονται με τον χρόνο, τις νέες εμπειρίες και το πόσο συχνά ανακαλείται μια συγκεκριμένη μνήμη.
Έρευνες δείχνουν ότι όταν ξεχνάμε κάτι, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει χαθεί για πάντα, αλλά ότι γίνεται πιο δύσκολο να το θυμηθούμε. Πιο απλά, κάτι μπορεί να μη βρίσκεται πια στην πρώτη γραμμή της συνείδησης, αλλά να παραμένει κάπου στο παρασκήνιο με λιγότερη συναισθηματική ένταση.
Αυτά αλλάζουν τον τρόπο που βλέπουμε την λήθη, καθώς συνειδητοποιούμε ότι δεν πρόκειται μόνο για απώλεια αλλά και για μια μορφή προσαρμογής.
Για να ενισχύσουμε την μνήμη
Δεν μπορούμε να πατήσουμε ένα κουμπί και να ξεχάσουμε ό,τι μας βαραίνει. Μπορούμε όμως να ενισχύσουμε αυτά που θέλουμε να θυμόμαστε και να μειώσουμε την υπερβολική τροφοδότηση όσων δεν μας βοηθούν.
Αυτό σημαίνει να στρέφουμε την προσοχή μας σε αξίες, σχέσεις και στόχους που θέλουμε να κρατήσουμε ζωντανούς. Να μην ανακυκλώνουμε διαρκώς μικρές πικρίες. Να φροντίζουμε τον ύπνο μας, να κινούμαστε, να δημιουργούμε νέες εμπειρίες. Να ζητάμε βοήθεια εάν οι αναμνήσεις γίνονται επίμονες, επώδυνες ή παρεμβαίνουν στην καθημερινότητά μας.
Το να ξεχνάμε δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε το παρελθόν, αλλά ότι δεν αφήνουμε κάθε κομμάτι του να ασκεί την ίδια επίδραση πάνω μας.
Η μνήμη μάς δίνει συνέχεια και η λήθη χώρο. Γι’αυτό, ίσως η ψυχική μας ισορροπία χρειάζεται και τα δύο, για να θυμόμαστε όσα μας διαμορφώνουν και να αφήνουμε πίσω όσα δεν χρειάζεται πια να μας πικραίνουν.



