Νέα μελέτη ρίχνει φως στους πιθανούς αιτιολογικούς παράγοντες μιας από τις πιο κοινές μορφές εγκεφαλικού επεισοδίου. Ο λόγος για το λακουνικό εγκεφαλικό (lacunar stroke), μια μορφή ισχαιμικού εγκεφαλικού. Τα λακουνικά εγκεφαλικά είναι μικρότερα σε μέγεθος σε σύγκριση με άλλες μορφές και εμφανίζονται βαθιά στις υποφλοιώδεις περιοχές του εγκεφάλου. Μπορεί να προκύψουν όταν τα μικρά αιμοφόρα αγγεία σε αυτές τις περιοχές υποστούν βλάβη, μια διαδικασία γνωστή ως νόσος μικρών εγκεφαλικών αγγείων (cSVD). Ωστόσο, μέχρι τώρα δεν ήταν σαφές ποιοι είναι οι υποκείμενοι μηχανισμοί που προκαλούν αρχικά αυτή τη βλάβη. «Αυτή η μελέτη παρέχει ισχυρές ενδείξεις ότι το λακουνικό εγκεφαλικό δεν προκαλείται από λιπώδη απόφραξη των μεγαλύτερων αρτηριών, αλλά από νόσο των μικρών αγγείων μέσα στον ίδιο τον εγκέφαλο», δήλωσε η συγγραφέας της μελέτης, Joanna Wardlaw, καθηγήτρια εφαρμοσμένης νευροαπεικόνισης στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.
«Η αναγνώριση αυτής της διάκρισης είναι κρίσιμη επειδή εξηγεί το γιατί οι συμβατικές θεραπείες δεν είναι τόσο αποτελεσματικές για αυτή τη μορφή εγκεφαλικού και αναδεικνύει την επείγουσα ανάγκη ανάπτυξης νέων θεραπειών που στοχεύουν στη βασική μικροαγγειακή βλάβη», εξήγησε η ίδια.
Τα ισχαιμικά εγκεφαλικά συμβαίνουν όταν τα αιμοφόρα αγγεία φράζουν, μειώνοντας τη ροή του αίματος στον εγκέφαλο. Περίπου το 87% όλων των εγκεφαλικών επεισοδίων είναι ισχαιμικά, και περίπου το ένα τέταρτο αυτών είναι λακουνικά.
Οι γιατροί τείνουν να αντιμετωπίζουν το λακουνικό εγκεφαλικό με τον ίδιο τρόπο όπως άλλες μορφές ισχαιμικού εγκεφαλικού και οι τυπικές μέθοδοι πρόληψης αποσκοπούν στην αποφυγή της στένωσης ή της απόφραξης των αρτηριών λόγω συσσώρευσης λίπους. Ωστόσο, αυτές οι μέθοδοι φαίνεται να είναι λιγότερο αποτελεσματικές στην πρόληψη του λακουνικού εγκεφαλικού σε σύγκριση με άλλες μορφές της νόσου.
Τι εξέτασαν οι ερευνητές
Για τις ανάγκες της μελέτης, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Circulation, οι ερευνητές εξέτασαν δεδομένα για συνολικά 229 ασθενείς με εγκεφαλικό. Από αυτούς, οι 131 είχαν υποστεί λακουνικό εγκεφαλικό και οι υπόλοιποι ένα ήπιο, μη-λακουνικό εγκεφαλικό.
Οι ασθενείς προέρχονταν από τη Μελέτη Ήπιου Εγκεφαλικού 3 (Mild Stroke Study 3), που περιλάμβανε άτομα που είχαν πρόσφατα υποστεί εγκεφαλικό στο Εδιμβούργο του Ηνωμένου Βασιλείου, μεταξύ 2018 και 2021.
Κάθε συμμετέχων υποβλήθηκε σε διάφορες κλινικές αξιολογήσεις και μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου κατά την ένταξή του στη μελέτη. Οι αξιολογήσεις επαναλήφθηκαν ένα χρόνο αργότερα.
Οι ερευνητές ήθελαν να διερευνήσουν πώς οι αλλαγές στις αρτηρίες σχετίζονταν με τις διαφορετικές μορφές εγκεφαλικού καθώς και με την καρδιαγγειακή υγεία των συμμετεχόντων με την πάροδο του χρόνου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν οι στενώσεις των μεγάλων αρτηριών, που παραδοσιακά θεωρούνται σημαντικός παράγοντας κινδύνου για όλα τα ισχαιμικά εγκεφαλικά, καθώς και η διαστολή και επιμήκυνση των μικρών αρτηριών μέσα στον εγκέφαλο.
Στένωση μεγάλων αρτηριών και λακουνικό εγκεφαλικό
Οι ερευνητές διαπίστωσαν, όπως αναφέρθηκε, ότι η στένωση μεγάλων αρτηριών δεν σχετίζεται με το λακουνικό εγκεφαλικό ή με οποιονδήποτε δείκτη cSVD. Ωστόσο, η διαστολή και επιμήκυνση των μικρών αγγείων μέσα στον εγκέφαλο σχετίζονται. Στην πραγματικότητα, οι ασθενείς των οποίων οι απεικονίσεις έδειξαν αυτές τις αλλαγές είχαν τέσσερις φορές περισσότερες πιθανότητες να έχουν υποστεί λακουνικό εγκεφαλικό.
Αυτές οι αλλαγές στα μικρά αγγεία συνδέονταν επίσης με σχεδόν όλους τους δείκτες cSVD που μετρήθηκαν, καθώς και με αυξημένο κίνδυνο νέου σιωπηλού εγκεφαλικού μέσα στον επόμενο χρόνο.
Ένα σιωπηλό εγκεφαλικό είναι μια μικρή βλάβη στον εγκεφαλικό ιστό λόγω περιορισμένης ροής του αίματος, η οποία συχνά δεν προκαλεί εμφανή συμπτώματα. Περισσότερο από το ένα τέταρτο των ασθενών παρουσίασε αυτά τα σιωπηλά εγκεφαλικά, ακόμα και μετά τη λήψη τυπικών θεραπειών πρόληψης νέων εγκεφαλικών.
Οι συγγραφείς επομένως προτείνουν ότι η εστίαση μόνο σε αυτές τις συμβατικές θεραπείες ίσως να μην είναι η καλύτερη επιλογή σε κάθε περίπτωση.
Αλλαγή προσέγγισης
Οι ερευνητές αναφέρουν ότι η θεραπεία των ασθενών με λακουνικό εγκεφαλικό θα πρέπει να στοχεύει στη βελτίωση της λειτουργίας των μικρών αγγείων του εγκεφάλου αντί να επικεντρώνεται στην πιθανή απόφραξη και στένωση των αρτηριών.
Με βάση αυτή την έρευνα, το LACunar Intervention Trial 3 (LACI-3) μια κλινική δοκιμή που εξετάζει νέες θεραπείες για τα λακουνικά εγκεφαλικά και τη βλάβη στα μικρά αιμοφόρα αγγεία του εγκεφάλου, διερευνά το κατά πόσο κάποια φάρμακα για την καρδιά μπορούν να βοηθήσουν στη βελτίωση της βλάβης από cSVD.
«Η μελέτη LACI-3 δοκιμάζει δύο υπάρχοντα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καρδιά και τις περιφερικές αγγειακές παθήσεις, τα οποία πιστεύουμε ότι μπορούν να βελτιώσουν τη λειτουργία των μικρών αγγείων του εγκεφάλου και έτσι να ρυθμίσουν καλύτερα την παροχή αίματος», είπε η Wardlaw.
Με αυτόν τον τρόπο, οι ειδικοί ελπίζουν ότι θα προληφθούν περισσότερα λακουνικά εγκεφαλικά, η γνωστική έκπτωση και άλλες αρνητικές συνέπειες της νόσου των μικρών αγγείων.
Οι συγγραφείς σημείωσαν ότι η έρευνά τους είχε βέβαια περιορισμούς. Για να μπορούν τα αποτελέσματα να γενικευθούν στον ευρύτερο πληθυσμό, προτείνουν μεγαλύτερες μελέτες που θα εξετάσουν ασθενείς από διάφορες περιοχές.


