Ο,τι κι αν πιστεύετε για το αλκοόλ, πρέπει να παραδεχτείτε ότι έχει πολλά «πρόσωπα». Από τότε που οι πρώτοι άνθρωποι άρχισαν να αλέθουν φρούτα και να τα αφήνουν σε δοχεία για να τα πιούν λίγες μέρες αργότερα, στο αλκοόλ καταφεύγουμε για να γιορτάσουμε και συμπαρασταθούμε, για να αντιμετωπίσουμε το άγχος και για να γίνουμε πιο δημιουργικοί, σχολιάζει χαρακτηριστικά στον Guardian ο Τζόελ Σνέιπ.
Το χρησιμοποιούμε για να ενισχύσουμε την αυτοπεποίθησή μας και για να διώξουμε την πλήξη, για να μας φτιάξει τη διάθεση πριν βγούμε έξω, ακόμη και για να πάμε για ύπνο (αν και όχι τον καλύτερο), προσθέτει ο βρετανός δημοσιογράφος. Ενώ οι περισσότερες ουσίες που αλλοιώνουν τη συνείδηση έχουν μία ή δύο συγκεκριμένες χρήσεις, το αλκοόλ κάνει τα πάντα. Αυτός είναι πιθανώς ο λόγος για τον οποίο είναι τόσο διαδεδομένο σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας και για το ότι μπορεί να είναι τόσο δύσκολο να το κόψουμε εντελώς.
«Συχνά αποκαλούμε το αλκοόλ φαρμακολογικά πολυδύναμο», λέει στον Guardian ο δρ Ραγιάν Ζαφάρ, νευροψυχοφαρμακολόγος από το Imperial College του Λονδίνου. «Δεν ηρεμεί απλώς: μπορεί να διεγείρει τους μηχανισμούς ανταμοιβής, να αμβλύνει τα σήματα απειλής, να απελευθερώσει ενδογενή οπιοειδή που μπορούν να ανακουφίσουν τον πόνο ή το άγχος, να αλλάξει τη λήψη αποφάσεων και να μεταβάλει τη διάθεση, όλα αυτά ταυτόχρονα », εξηγεί.
Συγκριτικά, γνωρίζουμε ότι η κοκαΐνη δρα κυρίως στα συστήματα της ντοπαμίνης και της νοραδρεναλίνης (που οδηγούν σε κινητοποίηση, εγρήγορση και ενέργεια), ότι το MDMA (γνωστό και ως έκσταση) διεγείρει κυρίως την απελευθέρωση σεροτονίνης και οξυτοκίνης (ορμόνες που βελτιώνουν τη διάθεση, την ενσυναίσθηση και τους κοινωνικούς δεσμούς), και ότι τα οπιούχα, όπως η ηρωίνη, δρουν στο σύστημα των ενδορφινών (το οποίο προκαλεί βαθιά χαλάρωση και ευφορία).
Το αλκοόλ τα επηρεάζει όλα αυτά, αλλά και τους δύο πιο συνηθισμένους νευροδιαβιβαστές του νευρικού συστήματος: το γλουταμινικό οξύ, το οποίο ενεργοποιεί τα εγκεφαλικά κύτταρα ώστε να μπορούν να μεταδίδουν πληροφορίες, και το γ-αμινοβουτυρικό οξύ (συνήθως γνωστό ως GABA), το οποίο επιβραδύνει ή εμποδίζει ορισμένα σήματα για να βοηθήσει τον εγκέφαλο να χαλαρώσει.
«Το αλκοόλ φτάνει στον εγκέφαλο μέσα σε λίγα λεπτά, και το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να αρχίσει να μετατοπίζει την ισορροπία μεταξύ αυτών των δύο ανασταλτικών και διεγερτικών χημικών αγγελιοφόρων», λέει στον Guardian ο Ζαφάρ. «Ενισχύει το GABA και μειώνει το γλουταμινικό, και έτσι αυτή η αρχική αίσθηση “ελαφριάς μέθης” είναι ένας συνδυασμός του μετωπιαίου φλοιού – του τμήματος του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για την κρίση, την αυτοσυγκράτηση και τον αυτοέλεγχο, και αρχίζει να απενεργοποιείται – με την απελευθέρωση ντοπαμίνης και ενδορφινών στα κυκλώματα ανταμοιβής τα οποία δίνουν κίνητρο, χαλάρωση και ενέργεια. Eτσι, οι άνθρωποι αισθάνονται πιο χαλαροί, πιο ομιλητικοί, λιγότερο συνεσταλμένοι κοινωνικά», παρατηρεί ο βρετανός επιστήμονας.
Καθώς, δε, η συγκέντρωση του αλκοόλ αυξάνεται στο αίμα, αρχίζει να επηρεάζει βαθύτερες και πιο πρωτόγονες περιοχές του εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένης της παρεγκεφαλίδας, η οποία συντονίζει την κίνηση, και του εγκεφαλικού στελέχους, το οποίο ρυθμίζει βασικές λειτουργίες, όπως ο καρδιακός ρυθμός και η αναπνοή. «Προοδευτικά, απενεργοποιεί πρώτα τα συστήματα ελέγχου ανώτερης τάξης και στη συνέχεια τα κυκλώματα που μας διατηρούν σωματικά συντονισμένους», λέει στον Guardian ο Ζαφάρ.
Αυτό σημαίνει ότι η ομιλία μας γίνεται ακατάληπτη, η ισορροπία κλονίζεται και οι χρόνοι αντίδρασης επιβραδύνονται. Αν αγνοήσετε όλα τα προειδοποιητικά σημάδια μέχρι να φτάσουν τα επίπεδα αλκοόλ στο αίμα σας σε κρίσιμα επίπεδα, το εγκεφαλικό στέλεχος μπορεί να επιβραδυνθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να ξεχάσει να δώσει εντολή στους πνεύμονες να αναπνεύσουν ή στην καρδιά να χτυπήσει.
Η ισορροπία μεταξύ GABA και γλουταμινικού οξέος είναι επίσης υπεύθυνη για το αίσθημα άγχους ή κατάθλιψης που νιώθουν πολλοί από εμάς την επόμενη μέρα μετά από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, καθώς ο οργανισμός αντιδρά υπερβολικά στις χημικές ουσίες που του χορηγούμε. «Οσο το αλκοόλ βρίσκεται στον οργανισμό σας, ο εγκέφαλος αντισταθμίζει τις κατασταλτικές του επιδράσεις ενισχύοντας τα διεγερτικά του συστήματα, ιδίως το γλουταμινικό οξύ και τις οδούς του στρες», λέει ο Ζαφάρ. «Μόλις όμως το αλκοόλ αποβληθεί από τον οργανισμό, αυτά τα αντισταθμιστικά συστήματα δεν απενεργοποιούνται αμέσως. Αντίθετα, μένετε σε μια προσωρινή κατάσταση υπερδιέγερσης. Οι ορμόνες του στρες, όπως η κορτιζόλη, μπορεί να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, η δομή του ύπνου έχει διαταραχθεί και τα συστήματα των νευροδιαβιβαστών είναι προσωρινά εκτός ισορροπίας. Το αποτέλεσμα είναι ένας εγκέφαλος σε υπερδιέγερση, αλλά εξαντλημένος, αγχωμένος και ανήσυχος», τονίζει στον Guardian.
Ενας άλλος παράγοντας που γίνεται όλο και πιο κατανοητός όσον αφορά τις επιπτώσεις του αλκοόλ στη διάθεση είναι ο άξονας εντέρου-εγκεφάλου, ή το δίκτυο επικοινωνίας που συνδέει το κεντρικό νευρικό σύστημα με τον γαστρεντερικό μας σωλήνα: «Το αλκοόλ μπορεί να αυξήσει τη διαπερατότητα του εντέρου, προκαλώντας αυτό που συχνά ονομάζεται διαρρέον έντερο – επιτρέποντας σε βακτηριακά θραύσματα να εισέλθουν στην κυκλοφορία του αίματος», λέει ο Ζαφάρ. «Αυτά τα μόρια προκαλούν ανοσολογικές αντιδράσεις και ήπια φλεγμονή, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν τη διάθεση, τη γνωστική λειτουργία και την κόπωση μέσω του άξονα εντέρου-εγκεφάλου».
Σε βαρείς ή χρόνιους πότες, το αλκοόλ μπορεί να προκαλέσει μακροπρόθεσμα προβλήματα υγείας, πολλά από τα οποία συνδέονται πιθανότατα με τη διάθεση. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει επίσης να αντιμετωπιστούν όλα τα – πιο γνωστά – αρνητικά αποτελέσματα της τακτικής κατανάλωσης αλκοόλ, όπως ηπατικές παθήσεις, αυξημένη αρτηριακή πίεση, διαταραχές ύπνου και αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαφόρων τύπων καρκίνου.
Πού μας οδηγεί λοιπόν αυτό, εμάς τους «πιθήκους» που εξακολουθούμε να είμαστε εθισμένοι στην κατανάλωση κάποιου περίεργου εκχυλίσματος φρούτων που έχουν υποστεί ζύμωση μετά από μια κουραστική μέρα στο γραφείο; Κατ’ αρχάς, καλώς εχόντων των πραγμάτων, στο να μπορούμε να εκτιμήσουμε καλύτερα τον λόγο για τον οποίο πολλοί από εμάς το κάνουμε, γράφει ο Τζόελ Σνέιπ στον Guardian (και είναι ένα σημαντικό πρώτο βήμα).
«Νομίζω ότι η πιο χρήσιμη αλλαγή είναι να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε το αλκοόλ – ή οποιαδήποτε άλλη ψυχοδραστική ψυχαγωγική ουσία – με ηθικούς όρους, όπως καλό ή κακό, δυνατό ή ήπιο», λέει ο Ζαφάρ. «Το αλκοόλ λειτουργεί επειδή είναι βιολογικά αποτελεσματικό. Αλλάζει τα συστήματα στρες, τα κυκλώματα ανταμοιβής και την κοινωνική επεξεργασία με τρόπους που μας φαίνονται χρήσιμοι τη δεδομένη στιγμή. Η κατανόηση του γιατί χρειαζόμαστε αλκοόλ βοηθά τους ανθρώπους να γίνουν πιο συνειδητοί. Αντί να αναρωτιόμαστε, Πρέπει να πιω;, μια καλύτερη ερώτηση θα μπορούσε να είναι, Για ποιο λόγο χρησιμοποιώ αυτό το ποτό;»
Αν η απάντηση είναι η ανακούφιση από το άγχος, η κοινωνική άνεση ή η αποσύνδεση, ίσως συνειδητοποιήσουμε ότι δεν το χρειαζόμαστε πραγματικά τόσο πολύ για να επιτύχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα – ή ότι δεν είμαστε διατεθειμένοι να αντιμετωπίσουμε την νευροχημική αντίδραση που προκαλεί. Ισως θέσουμε απλούς «κανόνες» για το πότε και πόσο θα πίνουμε, για να διασφαλίσουμε ότι θα παραμείνουμε κάτω από το μέγιστο όριο των 14 μονάδων την εβδομάδα (αντιστοιχούν περίπου σε 10 μικρά ποτήρια κρασιού σχετικά χαμηλού αλκοολικού βαθμού) που συνιστά το Εθνικό Σύστημα Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου (NHS).
Φυσικά, μπορεί επίσης να συνειδητοποιήσουμε ότι κάτι άλλο θα έκανε την ίδια δουλειά καλύτερα, είτε πρόκειται για ένα mocktail (κοκτέιλ χωρίς αλκοόλ), μερικές βαθιές αναπνοές, μια βουτιά σε κρύο νερό ή ένα ζεστό ντους. Θα μπορούσαμε να βρούμε εναλλακτικές λύσεις για το ποτό που πίνουμε με το δείπνο, ή όταν βγαίνουμε με φίλους, ή μετά από μια κουραστική μέρα.
Το αλκοόλ μπορεί να ήταν το πιο ευέλικτο μέσο αλλαγής της διάθεσης που υπήρχε κάποτε, αλλά το ωραίο με τη σύγχρονη ζωή είναι ότι τώρα διαθέτουμε πάρα πολλά καινούργια μέσα.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News



