Τα επίπεδα της βιταμίνης D ενός ατόμου στη μέση ηλικία φαίνεται να παίζουν μεγαλύτερο ρόλο στη μακροπρόθεσμη υγεία του εγκεφάλου του από ό,τι πίστευαν μέχρι σήμερα οι επιστήμονες. Αυτό έδειξε μακροπρόθεσμη μελέτη στην οποία παρακολουθήθηκαν περί τα 800 άτομα για διάστημα μεγαλύτερο των 16 ετών.
Η βιταμίνη D προσλαμβάνεται με την τροφή αλλά παράγεται και στο δέρμα με την έκθεση στο ηλιακό φως
Το 34% με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D
Συνολικά το 34% των συμμετεχόντων εμφάνιζε χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D ενώ μόνο το 5% ανέφερε ότι λάμβανε συμπληρώματα της βιταμίνης.
Σύνδεση μόνο με την πρωτεΐνη ταυ
Αφού ελήφθησαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο και τα συμπτώματα κατάθλιψης, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι τα υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης D συνδέονταν με χαμηλότερα επίπεδα πρωτεΐνης ταυ χρόνια αργότερα. Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι δεν φάνηκε να ισχύει παρόμοια σύνδεση μεταξύ βιταμίνης D και του β-αμυλοειδούς.
Χαμηλότερα επίπεδα της πρωτεΐνης 16 χρόνια αργότερα
«Τα ευρήματα αυτά είναι υποσχόμενα καθώς μαρτυρούν σύνδεση μεταξύ υψηλότερων επιπέδων βιταμίνης D στη μέση ηλικία και χαμηλότερων επιπέδων πρωτεΐνης ταυ 16 χρόνια αργότερα κατά μέσο όρο» σημείωσε ο δρ Μάλιγκαν και κατέληξε τονίζοντας ότι «η μέση ηλικία είναι μια περίοδος κατά την οποία η τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου μπορεί να έχει μεγαλύτερη επίδραση».
Ο περιορισμός της μελέτης
Να επισημάνουμε πάντως ότι ένας περιορισμός της μελέτης ήταν πως η βιταμίνη D μετρήθηκε μόνο μια φορά και όχι σε συστηματική βάση στο αίμα των εθελοντών – γεγονός που πιθανώς δεν αντικατόπτριζε την πλήρη εικόνα σχετικά με τα επίπεδά της στον οργανισμό τους.
Πηγή: Το Βήμα


